Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

«Quo Vadis» ελληνική άρση βαρών;

Ελπίδα για την ουσιαστική ανάπτυξη του αθλήματος στην Ελλάδα, αποτελεί η σχολή προπονητών 


Η σωστή εκμάθηση της τεχνικής είναι υψίστης σημασίας, γι' αυτό πρέπει να γίνει από ειδικούς.
«Quo Vadis» (που πηγαίνεις;), έτσι, για να είμαστε στο πνεύμα των ημερών, ελληνική άρση βαρών; Τα συμπεράσματά μας δεν τα εξάγουμε από το πρόσφατο πρωτάθλημα Ευρώπης ανδρών - γυναικών, στο οποίο, βεβαίως, και δεν διακριθήκαμε, μολονότι βρισκόμαστε σε μετά-Ολυμπιακή χρονιά και πολλοί πρωταθλητές ξεκουράζονται, άλλοι αποσύρθηκαν από την ενεργό δράση και κάποιοι… αποτοξινώνονται από τον κορεσμό της σκληρής προπόνησης. Ούτε από το παγκόσμιο παίδων, όπου πήγαμε με έναν αθλητή -τον, ίσως, πιο ελπιδοφόρο του αθλήματος στην χώρα μας, τον 17ετή, Ευάγγελο Γαλιατσάτο- που κατέκτησε δύο ασημένια μετάλλια. Τ’ αποτελέσματα σε τέτοιες διοργανώσεις αφορούν τον πρωταθλητισμό, την βιτρίνα. Για την πορεία της άρσης βαρών πρέπει να δούμε τι συμβαίνει στις εσωτερικές διοργανώσεις. Κυρίως δε, στους μαζικούς αγώνες, στα περιφερειακά πρωταθλήματα και στους αγώνες των μικρών ηλικιών.
Ο Ευάγγελος Γαλιατσάτος.
Παρακολουθώντας, λοιπόν, τους πρόσφατους αγώνες του Β’ ομίλου (Πειραιάς, Πελοπόννησος) της Α’ φάσης (προκριματικοί) των πανελληνίων πρωταθλημάτων όλων των κατηγοριών ηλικίας, θα κάνω κάτι που δεν συνηθίζω. Δεν θα επικεντρωθώ στην είδηση ή στο κύριο συμπέρασμά μου (μολονότι, όταν διαβάσετε τη συνέχεια, θ’ αντιληφθείτε ότι, ουσιαστικά, αυτό πράττω), αλλά θα πω μπράβο στον ακάματο, Γιώργο Τριανταφυλλίδη.
Ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης και τα... παιδιά του.
Εναν παλαιό πρωταθλητή, που εδώ και χρόνια ασχολείται με την προπονητική. Και δεν θα του πω μπράβο επειδή οι αθλητές του σήκωσαν πολλά κιλά. Μπορεί και να μη σήκωσαν τέτοια. Θα του το πω, διότι, όπως φαίνεται, όχι από τις επιδόσεις, αλλά από την τεχνική των νεαρών αθλητών του, κάνει πραγματικά καλή δουλειά με την Ολυμπιάδα Πάρου -στην πραγματικότητα, Ασπροπύργου, καθότι εκεί εδρεύει η ομάδα της Πάρου και από εκεί προέρχονται οι αθλητές του συλλόγου. Σχεδόν όλα τα παιδιά του, έχουν από καλή έως και πολύ καλή τεχνική κατάρτιση. Δείγμα προσεκτικής και όχι βιαστικής δουλειάς.
Δυστυχώς, δεν συμβαίνει το ίδιο με προπονητές και αθλητές πολλών άλλων σωματείων. Το παράδοξο δε, είναι το γεγονός ότι, σε μερικές από τις ομάδες αυτές, προπονητές είναι παλαιοί διεθνείς αθλητές. Αθλητές «ό,τι νάναι» εμφανίζονται στους αγώνες, αρκεί να συμπληρωθεί μέσα στο έτος η δεκάδα. Προχειρότητα στην προπόνηση, βιασύνη, μη διδαχή της σωστής τεχνικής πρώτα. Και το, χειρότερο: Ακούς προπονητές να λένε στα παιδιά «μπράβο», επειδή κατόρθωσαν να σηκώσουν κάποιο βάρος (έστω και ελάχιστο), με οποιονδήποτε τρόπο, κινδυνεύοντας, ακόμη, και να υποστούν τραυματισμό.
Φυσικά, και δεν γενικεύω. Δεν είναι μόνο ο Τριανταφυλλίδης καλός και, κυρίως, προσεκτικός προπονητής. Βεβαίως και υπάρχουν αρκετοί άλλοι. Αλλά τ’ αρνητικά, που προαναφέρω παρατηρούνται ευρέως. Και όχι μόνο στον όμιλο του Πειραιά, αλλά σε όλες τις περιφέρειες. Πανελλαδικά. Και δεν προάγουν το άθλημα.
Συμπερασματικά, λοιπόν, επισημαίνουμε ότι η ελληνική άρση βαρών βρίσκεται σε μια από τις χειρότερες περιόδους της, τηρουμένων, φυσικά, των αναλογιών και των δεδομένων κάθε εποχής. Διότι δεν μπορούμε να συγκρίνουμε το τι συνέβαινε πριν από 4-5 δεκαετίες, όταν τα σωματεία ήταν πολύ λίγα, τα γυμναστήρια το ίδιο και ακατάλληλα εξοπλισμένα, οι περισσότεροι προπονητές εμπειρικοί και οι αθλητές ελάχιστοι, αναλογικά με σήμερα. Αλλωστε, τότε η άρση βαρών «καλλιεργείτο» μόνο σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Κρήτη. Τώρα έχει εξαπλωθεί παντού.
Μ' ελαφρά βάρη και χωρίς βιασύνη γίνεται η εκμάθηση.
Επαναλαμβάνω δε, ότι δεν βασίζω την άποψή μου σε διεθνή αποτελέσματα, που και αυτά είναι άσχημα -πάντα με κάποιες εξαιρέσεις, κυρίως νεαρών αθλητών. Αλλά τούτο συνέβαινε σχεδόν σε όλες τις περιόδους της ιστορίας του αθλήματος στην Ελλάδα.
Να ελπίζουμε για ένα καλύτερο μέλλον, στην σχολή προπονητών, που οργανώνει η ΓΓΑ και η οποία θα λειτουργήσει σε λίγους μήνες; Να ελπίζουμε ότι μέσα από αυτήν θ’ αναδειχθούν νέοι, καλύτερα καταρτισμένοι και ικανότεροι προπονητές; Ας το ελπίσουμε όλοι. Κι ας είμαστε αισιόδοξοι.
Διότι, για πρώτη φορά, η σχολή θα είναι τόσο αναβαθμισμένη. Θα διαρκέσει 6-7 μήνες και θα διδάξουν πολύ καλοί και γνώστες καθηγητές πανεπιστημιακού επιπέδου. Και ένα σημαντικό κριτήριο -και απαραβίαστο, λέει ο διευθυντής της σχολής, Γιώργος Ηλιού, παλαιός πρωταθλητής και νυν τεχνικός διευθυντής της ελληνικής ομοσπονδίας (ΕΟΑΒ)- είναι το ότι, για την παρακολούθηση, οι μαθητές πρέπει να έχουν διατελέσει αθλητές του αθλήματος. Και, μάλιστα, να έχει μετάσχει σε, τουλάχιστον, πέντε αγώνες σε πέντε διαφορετικά έτη.
Υπάρχει, όμως, και ένας παραλογισμός στην προκήρυξη της σχολής από την ΓΓΑ: Οι μαθητές, που πληρούν τις προϋποθέσεις για να παρακολουθήσουν τα μαθήματα, πρέπει ν’ ανήκουν σε σωματείο, το οποίο έχει την ειδική αθλητική αναγνώριση (Ε.Α.Α.) από την ΓΓΑ. Ο νόμος, όμως, δεν απαγορεύει σε σωματείο, που δεν την έχει, να παίρνει μέρος σε αγώνες. Συνεπώς, οι ομοσπονδίες δεν μπορούν να τους απαγορεύσουν την συμμετοχή. Υπάρχουν, λοιπόν, υποψήφιοι μαθητές που ήταν (ή και είναι) αθλητές (και μερικοί πολύ καλοί), οι οποίοι ανήκουν σε σωματεία χωρίς την Ε.Α.Α. Συνεπώς, δεν δικαιούνται να φοιτήσουν στην σχολή. Η ευθύνη, όμως, δεν είναι δική τους, αλλά των παραγόντων των συλλόγων, οι οποίοι δεν φρόντισαν να πάρουν την αναγνώριση. Αλλά και των συντακτών του νόμου, που δεν καθόρισαν πως συμμετοχή σε αγώνες δικαιούνται μόνο σωματεία με Ε.Α.Α. Αρα, θεωρώ πως η ΓΓΑ οφείλει άμεσα ν’ αλλάξει στην προκήρυξη σε αυτό το σημείο.
Δεν πρέπει, όμως, η ΕΟΑΒ να μείνει μόνο στην σχολή. Και η επιμόρφωση των ήδη υπαρχόντων και εργαζομένων προπονητών είναι άμεση και επιτακτική ανάγκη. Αρκετοί είναι γνώστες και ικανοί. Αλλοι, δυστυχώς, με βάση πάντα τα όσα βλέπουμε στους αγώνες, κρίνονται ανεπαρκείς. Και όσοι ειδικοί υπάρχουν μέσα στην ΕΟΑΒ, το γνωρίζουν καλά. Γι’ αυτό, εφόσον θέλουν πράγματι την πρόοδο του αθλήματος (και γιατί να μη την επιθυμούν;), οφείλουν τάχιστα να φροντίσουν για την επιμόρφωση των νυν προπονητών.