Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Επαναστάτης των στίβων, υπόδειγμα αθλητή


Ο Αμερικανός, Πάρι Ο' Μπράιαν άλλαξε τον ρου της ιστορίας και της εξέλιξης της σφαιροβολίας, στρίβοντας το σώμα του... μερικές μοίρες 


 





Του Ν. Α. Κωνσταντόπουλου





Αλλαξε τον ρουν ενός αγωνίσματος, στρίβοντας το σώμα του... μερικές μοίρες. Και μόνο γι' αυτό, ο ιρλανδικής καταγωγής Αμερικανός, Πάρι Ο' Μπράιαν (28 Ιανουαρίου 1932 - 21 Απριλίου 2007), θεωρείται ο κορυφαίος σφαιροβόλος όλων των εποχών.
Στα πρώτα χρόνια της διεξαγωγής των αγώνων της σφαιροβολίας, οι αθλητές στέκονταν με μέτωπο προς το πεδίο βολής και εξαπέλυαν τη σφαίρα. Ή έπαιρναν μια υποτυπώδη φόρα, τρέχοντας ή κάνοντας σταυρωτά βήματα μέσα στη βαλβίδα, που έχει διάμετρο 2,135μ.
Ο Αμερικανός, Ραλφ Ρόουζ (δύο χρυσά, ένα ασημένιο Ολυμπιακά μετάλλια) ήταν αυτός που, στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, έδωσε αρχικά τη μεγάλη ώθηση. Στεκόταν στο πίσω μέρος της βαλβίδας, λικνιζόταν λίγο προς τα πίσω στο ένα πόδι, αιωρούσε το άλλο για να έχει ισορροπία, μετά πηδούσε προς τα μπρος και έριχνε το όργανο πατώντας γερά στα δύο πόδια. Αυτή η τεχνική ονομάσθηκε «παλμός Ρόουζ». Κατέρριψε οκτώ φορές το ρεκόρ κόσμου. Την τελευταία με 15,54μ., στις 21 Αυγούστου του 1909, επίδοση που έμεινε όρθια έως τις 28 Απριλίου 1928, οπότε ο συμπατριώτης του, Τζον Κουκ έριξε μόλις ένα εκατοστό μακρύτερα.
Περί τα 20 χρόνια αργότερα, ένας άλλος Αμερικανός, ο Τζιμ Φουκς, σκέφθηκε να στρίψει λίγο, ώστε η σφαίρα να εξαπολύεται υπό μεγαλύτερη γωνία. Κατόρθωσε να βελτιώσει τέσσερις φορές το παγκόσμιο ρεκόρ, με καλύτερη επίδοση τα 17,95μ., την οποία σημείωσε στις 22 Αυγούστου 1950. Το είχε πάρει στα 17,68μ.
Εφθανε, όμως, η ώρα του Ο' Μπράιαν. Στις 9 Μαΐου 1953, στο Φρέσνο (ΗΠΑ), έριξε 18μ., επιτυγχάνοντας την πρώτη από τις 16 καταρρίψεις (14 επισήμως, διότι, παραδόξως, μία δεν υπεβλήθη στη Διεθνή Ομοσπονδία για αναγνώριση και μία άλλη ήταν σε αγώνα επίδειξης) του ρεκόρ κόσμου, που έκανε. Ηταν και ο πρώτος που πέρασε τα 19μ. Στις 3 Σεπτεμβρίου 1956, στο Γιουτζίν του Ορεγκον (ΗΠΑ), έστειλε τη σφαίρα στα 19,06μ. Τελευταία κατάρριψη ήταν αυτή, που σημείωσε την 1η Αυγούστου του 1959, στην Αλμπουκέρκη (ΗΠΑ), με 19,30μ.
Τι επαναστατικό έκανε ο Ο' Μπράιαν; Ηταν ο πρώτος σφαιροβόλος, που ξεκινούσε με την πλάτη στραμμένη προς το πεδίο βολής. Στη συνέχεια εκτελούσε περίπου τις κινήσεις του Ρόουζ. Εσκυβε λίγο στηριγμένος στο ένα πόδι (αν κάποιος ρίχνει με το δεξί χέρι στηρίζεται στο δεξί πόδι), αιωρούσε το άλλο, πηδούσε ελαφρά (ουσιαστικά γλιστρούσε πάνω στην επιφάνεια της βαλβίδας), μετά πατούσε με τα δύο πόδια, έστριβε τη λεκάνη και εξαπέλυε το όργανο υπό σαφώς μεγαλύτερη γωνία από τον Ρόουζ και τον Φουκς. Η τεχνική αυτή καθιερώθηκε με τ' όνομα «παλμός Ο' Μπράιαν».
Αργότερα, το 1972, ο Σοβιετικός, Αλεξάντρ Μπαρίσνικοφ σημείωσε το πρώτο ρεκόρ της ΕΣΣΔ με την περιστροφική τεχνική και το 1976 κατέρριψε επισήμως και το παγκόσμιο με 22,00μ. Η τεχνική αυτή, η οποία προσομοιάζει με της δισκοβολίας, εφαρμόσθηκε αρχικά τη δεκαετία του '50 από έναν Τσέχο, αλλά δεν είχε επιτυχία και δεν καθιερώθηκε.
Τούτο έγινε τη δεκαετία του '70 χάρη στις επιτυχίες του Μπαρίσνικοφ και του Αμερικανού, Μπράιαν Ολντφιλντ, ο οποίος το 1975 έρριξε δύο φορές πάνω από τα 22μ. (22,11 και 22,25μ.). Οι επιδόσεις του, όμως, δεν αναγνωρίσθηκαν, διότι έγιναν σε αγώνες επαγγελματιών, κάτι που απαγορευόταν. Τον ίδιο χρόνο έρριξε και 22,86μ., αλλά με αντικανονικό δέσιμο στα δάχτυλα. 

Η κίνηση της επιτυχίας
Ο πατέρας του Ο’ Μπράιαν, που επίσης ονομαζόταν, Πάρι, ήταν ένας μέτριος παίκτης του μπέιζμπολ. Επιθυμούσε τα βήματά του ν’ ακολουθήσει ο γιός του. Εκείνος, όμως, προτίμησε το αμερικάνικο φούτμπολ, στο οποίο σημείωσε κάποιες επιτυχίες (με την σχολική ομάδα της Σάντα Μόνικα κατέκτησε το πολιτειακό πρωτάθλημα και κέρδισε υποτροφία για το κολλέγιο), ενώ στο λύκειο έρριχνε και σφαίρα.
«Ακουσε, μπορεί να γίνεις ένας ‘’Ολ Αμέρικαν’’ στο φούτμπολ ή Ολυμπιονίκης. Υπάρχουν τουλάχιστον 33 Ολ Αμέρικαν κάθε χρόνο, αλλά μόνο ένας Ολυμπιονίκης κάθε τέσσερα», είπε κάποτε στον Πάρι Ο' Μπράιαν ένας συναθλητής του. Αυτός το σκέφθηκε και έλαβε την απόφασή του. Ρόλο σε αυτήν, λέγεται ότι έπαιξε και μια κλωτσιά στο στομάχι, που δέχθηκε σε κολλεγιακό αγώνα φούτμπολ.
«Ηθελα να μπορώ να πάρω τα εύσημα ή να κατηγορηθώ για ό, τι έκανα, με δική μου απόφαση. Πάντα ήθελα να είμαι σολίστ», είπε αργότερα. Κι έγινε Ολυμπιονίκης.
Η διάδοση του περιστροφικού παλμού στη σφαιροβολία, δεν εξάλειψε την τεχνική Ο' Μπράιαν. Αλλωστε, ο περιστροφικός δεν πήρε τ' όνομα του Μπαρίσνικοφ (παρότι αρκετός κόσμος τον αποκαλεί έτσι) ούτε κάποιου άλλου, όπως συνέβη με τον παλμό του άλματος εις ύψος (υπέρβαση τού πήχυ με την πλάτη), που καθιέρωσε ο Ντικ Φόσμπερι.
Για να καταλάβετε τη μεγάλη σημασία και αξία του παλμού Ο' Μπράιαν, θα επισημάνουμε μερικά στοιχεία. Ο πρώτος άνθρωπος που ξεπέρασε τα 23μ. ήταν ο Ανατολικογερμανός, Ουλφ Τίμερμαν, που στις 22 Μαΐου 1988, στα Χανιά, με «Ο' Μπράιαν» έριξε 23,06μ. Το παγκόσμιο ρεκόρ είναι 23,12μ. και το σημείωσε με περιστροφικό παλμό το 1990 ο Αμερικανός, Ράντι Μπαρνς. Οι περισσότεροι κορυφαίοι σύγχρονοι σφαιροβόλοι (κυρίως οι Αμερικανοί), χρησιμοποιούν την περιστροφική τεχνική. Παρά ταύτα, οι ρίπτες που ρίχνουν με «Ο' Μπράιαν» κυριαρχούν στους τελευταίους Ολυμπιακούς αγώνες. Το 2004, στην Αρχαία Ολυμπία, νίκησε ο Ουκρανός, Γιούρι Μπιλόνογκ (χρόνια αργότερα, πάντως, ανακοινώθηκε ότι σ’ επανεξέταση του δείγματος των ούρων του, ανιχνεύθηκε απαγορευμένη ουσία, του αφαιρέθηκε το χρυσό μετάλλιο και το πήρε ο Αμερικανός, Ανταμ Νέλσον, ο οποίος αγωνιζόταν με τον περιστροφικό παλμό) και το 2008, στο Πεκίνο και τo 2012, στο Λονδίνο, ο Πολωνός, Τόμας Μαγιέφσκι, ενώ 2ος ήταν ο Γερμανός, Νταβίντ Στορλ, που επίσης ρίχνει με «Ο' Μπράιαν». Στις δε γυναίκες, ελάχιστες χρησιμοποιούν την περιστροφική τεχνική και, πάντως, όχι οι κορυφαίες.
Είναι αυτός άλλος ένας λόγος, για τον οποίον ο Πάρι Ο' Μπράιαν καθόρισε την ιστορία και την εξέλιξη της σφαιροβολίας. 

Πέθανε ευτυχής αγωνιζόμενος στην… κολύμβηση
Ολη η ζωή του Πάρι Ο' Μπράιαν ήταν συνδεδεμένη με τον αθλητισμό. Ακόμη και ο θάνατός του. Μαθητής στο γυμνάσιο, έπαιζε αμερικανικό ποδόσφαιρο και με το σχολείο της Σάντα Μόνικα πήρε το πρωτάθλημα της πολιτείας της Καλιφόρνιας. Χάρη σε αυτό, κέρδισε υποτροφία για το πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας. Ταυτόχρονα, άρχισε να διακρίνεται και σε σχολικά πρωταθλήματα στη σφαιροβολία. Στο πανεπιστήμιο συνέχισε να παίζει αμερικανικό ποδόσφαιρο. Μια μέρα, όμως, τραυματίστηκε στο στομάχι. Ετσι, αποφάσισε να επικεντρώσει τον ενδιαφέρον του κυρίως στη σφαιροβολία, αλλά και στη δισκοβολία. 
Στις αρχές της δεκαετίας του '50, άρχισε να εφαρμόζει την τεχνική του. Δούλεψε πολύ γι' αυτήν. Στο στάδιο, σ' ένα δρομίσκο έξω από το σπίτι του, στο πανεπιστήμιο. Πρωί, απόγευμα, αργά τη νύχτα. Στην αρχή χλευάστηκε, αλλά το 1952 θριάμβευσε στους Ολυμπιακούς αγώνες του Ελσίνκι. Μεταξύ Ιουλίου 1952 και Ιουνίου 1956, πέτυχε 116 συνεχείς νίκες. Αναδείχθηκε 18 φορές πρωταθλητής των ΗΠΑ. Τις 17 στη σφαιροβολία (οκτώ στον ανοικτό στίβο) και μία στη δισκοβολία. Ηταν και ταχύτατος. Το 1953 χρονομετρήθηκε στα 100μ. σε 10''8! Μετά την απόσυρσή του από τον υψηλό αθλητισμό, δεν έφυγε από τους αθλητικούς χώρους. Το 1984, στα 52 του, έρριξε με τη σφαίρα των έξι κιλών (η κανονική έχει βάρος 7,26κ., αλλά οι αθλητές των κατηγοριών ηλικίας 50-54 και 55-59 ετών αγωνίζονται μ’ εξάκιλη), 17,72μ., μια πολύ καλή επίδοση. 
Η σχέση του με τον αθλητισμό δεν σταματούσε στον στίβο. Ως βετεράνος ήταν και πολύ καλός κολυμβητής. Μάλιστα, το 1998 αγωνίσθηκε στους Παγκόσμιους Αγώνες Μάστερς (θα τους χαρακτηρίζαμε Ολυμπιακούς Αγώνες Βετεράνων). Εννέα χρόνια αργότερα έφυγε από τη ζωή από καρδιακή προσβολή, ενώ μετείχε σε διεθνείς κολυμβητικούς αγώνες βετεράνων. Πέθανε ευτυχής, κάνοντας αυτό που αγαπούσε. 

Τα επιτεύγματα του Ο’ Μπράιαν
-Ολυμπιονίκης το 1952 (Ελσίνκι, Φινλανδία) και το 1956 (Μελβούρνη, Αυστραλία) -οπότε 8ος είχε αναδειχθεί ο Γιώργος Τσακανίκας, στην μεγαλύτερη επιτυχία Ελληνα σφαιροβόλου- 2ος το 1960 (Ρώμη, Ιταλία). Από δύο Ολυμπιακούς τίτλους έχουν κατακτήσει στο αγώνισμα μόνο ο Ραλφ Ρόουζ (ΗΠΑ, 1904, 1908) και ο Τόμας Μαγέφσκι (Πολωνία, 2008, 2012). Ο Ρόουζ έχει και ασημένιο μετάλλιο (1912). Αλλά, ας είμαστε ειλικρινείς, άλλες εποχές τότε, άλλες όταν κυριαρχούσε ο Ο’ Μπράιαν. Πάντως, και ο Ρόουζ διαδράματισε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του αγωνίσματος.
-Κατείχε το ρεκόρ κόσμου από τις 9/5/1953 (το πήρε από τον Φουκς) έως τις 28/3/1959 (το έχασε από τον συμπατριώτη του, Ντάλας Λονγκ) και ξανά από την 1/8/1959 έως τις 5/3/1960, οπότε το επανέκτησε ο Λονγκ.
-Νικητής στους Παναμερικανικούς αγώνες το 1955 και το 1959.
-Ηταν και καλός δισκοβόλος. Μάλιστα, το 1955 είχε αναδειχθεί πρωταθλητής των ΗΠΑ, κάτι πολύ δύσκολο και σημαντικό.

-Εγινε εξώφυλλο στο μη αθλητικό περιοδικό TIME (μεγάλη τιμή για έναν αθλητή), στο Sports Illustrated και σε άλλα. Το θέμα στο TIME δημοσιεύθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 1956 και είχε τίτλο «Η μεγάλη λευκή φάλαινα».
-Το 1964 ήταν ο σημαιοφόρος των ΗΠΑ στους Ολυμπιακούς αγώνες του Τόκιο (Ιαπωνία), όπου κατετάγη 4ος. «Ηταν μια μοναδική τιμή», είχε δηλώσει.
-Τ' ατομικά του ρεκόρ ήταν 19,69μ. στην σφαιροβολία (1966) και 51,93μ. στην δισκοβολία (1952).
*«Είναι εφαρμογή ενός κανόνα της φυσικής, που λέει ότι, όσο μακρύτερα εφαρμόσεις πίεση ή δύναμη σ’ ένα άψυχο αντικείμενο, τόσο πιο μακριά θα πάει. Το στυλ μου έχει στόχο να μου επιτρέψει να εφαρμόσω δύναμη για το μέγιστο χρονικό διάστημα πριν από την απελευθέρωση της σφαίρας», είχε δηλώσει στο TIME, αναφερόμενος στην επαναστατική, τότε, τεχνική του. 
*Μετά τον αθλητισμό ασχολήθηκε, μ’ επιτυχία, με τα τραπεζικά ζητήματα, με το real estate (αγοραπωλησίες ακινήτων), ενώ εργάσθηκε και ως πολιτικός μηχανικός. Αφησε πίσω του, πέρα από την σύζυγό του, δύο γιούς, ισάριθμες κόρες κι επτά εγγόνια.

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

Σε νέες βάσεις οργανώνεται το τμήμα στίβου τού ιστορικού Α.Ο. Παλαιού Φαλήρου

Προσπάθεια αναδιοργάνωσης του τμήματος στίβου άρχισε από τον Σεπτέμβριο ο ιστορικός ΑΟ Π. Φαλήρου. Το τμήμα, μετά την εκρηκτική άνοδο το 2011 και το 2012, βρέθηκε, εξαιτίας διαφόρων λανθασμένων επιλογών, σε κρίση και άρχισε πτωτική πορεία, που, όμως, ευτυχώς δεν ήταν… κατρακύλα. Απόδειξη, ότι αθλητές του κατέκτησαν εφέτος μετάλλια σε πανελλήνια πρωταθλήματα. Ο 17χρονος, Ευάγγελος Μυλωνάς αναδείχθηκε πρωταθλητής Ελλάδος στους παίδες στα 3.000μ. και 2ος στα 1.500μ., ενώ στους έφηβους (έως και 19 ετών) ήταν 3ος στα 5.000μ. και 4ος στα 1.500μ. Στην τελευταία απόσταση κατετάγη 5ος στους νέους (έως και 22). Ο Ανδρέας Βασιλειάδης στα 110μ. μ’ εμπόδια, αναδείχθηκε 3ος και στους παίδες αλλά και στους έφηβους. Ο ΑΟΠΦ, χάρη στους δύο αυτούς αθλητές, κατέλαβε την τιμητική 14η θέση (σε πάνω από 300 σωματεία) στο πρωτάθλημα παίδων.
Η διοίκηση, λοιπόν, έλαβε πριν καν το τέλος της περασμένης αγωνιστικής περιόδου, κάποιες δραστικές αποφάσεις, κυριότερη, των οποίων, ήταν η αλλαγή στην διοικητική σύνθεση και δομή του τμήματος. Ανέλαβαν, μια πολύ έμπειρη, στον τομέα (είχε 25ετή παρουσία στον Πανιώνιο), κυρία, ένας παλαιός πρωταθλητής σφαιροβολίας του συλλόγου (προσοχή: του ΑΟΠΦ, όχι Ελλάδος) και δύο γονείς νυν αθλητών.
Επειδή, όμως, οι παράγοντες δεν αγωνίζονται, κατεστρώθησαν νέα σχέδια λειτουργίας και συνεργασίας των προπονητών με το τμήμα (θα υπάρχουν και οικονομικά κίνητρα, εάν και εφόσον, φυσικά, το επιτρέπουν οι οικονομικές δυνατότητες), ενώ ζητείται από τους αθλητές μεγαλύτερη προσήλωση στους στόχους τους και περισσότερη συνέπεια.
Ο Ευάγγελος Μυλωνάς και ο προπονητής, Παναγιώτης Χαραμής.
Προπονητές στο αγωνιστικό τμήμα είναι ο παλαιός πρωταθλητής Ελλάδος, Παναγιώτης Χαραμής (μεσαίες και μεγάλες αποστάσεις), ο παλαιός αθλητής του ΑΟΠΦ, Αγγελος Μπιστόλας (ταχύτητες, εμπόδια) και η παλαιά πρωταθλήτρια του επί κοντώ, με συμμετοχή και σε Ολυμπιακούς αγώνες, Θάλεια Ιακωβίδου (άλματα, εμπόδια), που γυμνάζει και παιδιά των σχολών («ακαδημιών», όπως έχει καθιερωθεί, κακώς, ν' αποκαλούνται, καθότι «ακαδημία» είναι ανώτατο πνευματικό ίδρυμα) και η οποία από το 2005 έχει το δελτίο της στον ΑΟΠΦ. Στις σχολές προπονεί και η Ζωή Χρυσομάλλη, ενώ τους «juniors» γυμνάζει ο 25χρονος, καλός δρομέας (δευτεραθλητής παίδων στα στιπλ το 2006), Γιώργος Βλαχάκης, που θα ενταχθεί και στο αγωνιστικό δυναμικό του συλλόγου.
Ηδη, ο ΑΟΠΦ έκανε πέντε μεταγραφές, κορυφαία των οποίων είναι αυτή του… 60χρονου (έχει γεννηθεί τον Μάιο του 1954), Βασίλη Μαγγανά. Ο παλαιός πρωταθλητής Ελλάδος στην σφυροβολία (1978, 1981) και στην σφαιροβολία (1984), που από το 1994 είναι σχεδόν ανελλιπώς (μόνο όταν δεν... μετέχει σε αγώνες, δεν κατακτά χρυσό μετάλλιο) πρωταθλητής κόσμου και Ευρώπης στους βετεράνους, φέτος αγωνίσθηκε στο πανελλήνιο πρωτάθλημα ανδρών και συναγωνίσθηκε αθλητές, που θα μπορούσαν να ήταν γιοί του. Ερριξε 50,13μ., κατετάγη 13ος και έμεινε εκτός τελικού για 13/100 του μέτρου.
Πληροφορίες μπορείτε να παίρνετε στο τηλέφωνο 210-9803332 (18.00-20.30) ή στα γραφεία του τμήματος, στο Δημοτικό Αθλητικό Κέντρο, όπου πραγματοποιούνται οι προπονήσεις, ειδικά των μικρών. Κάποιοι μεγαλύτεροι γυμνάζονται στον Αγιο Κοσμά. 

Πάμπολλές διαχρονικά οι διακρίσεις στον στίβο
Το τμήμα στίβου είναι, μαζί με το κολυμβητικό, τα πλέον επιτυχημένα στην μακρά (από το 1926) ιστορία του ΑΟΠΦ. Εχει αναδείξει πάμπολλους πρωταθλητές Ελλάδος, αλλά και Μεσογειονίκες και Βαλκανιονίκες, διακριθέντες σε Ευρωπαϊκά και παγκόσμια πρωταθλήματα έως και 8ο σε Ολυμπιακούς αγώνες (1956), τον σφαιροβόλο, Γιώργο Τσακανίκα. Επιπλέον, η πρώτη Ελληνίδα αθλήτρια στίβου, που μετέσχε σε Ολυμπιακούς (1936), ήταν του ΑΟΠΦ. Η θρυλική, Δομνίτσα Λανίτου, η οποία, μάλιστα, προκρίθηκε στους ημιτελικούς (τότε, στις 12 καλύτερες) των 80μ. μ’ εμπόδια.
Ο γίγαντας, Τσακανίκας (εδώ σε πολύ παλαιά φωτογραφία) σε Ολυμπιακούς αγώνες ήταν 8ος το 1956 με 16,52μ., 19ος το 1960 με 16,44μ. και 13ος το 1964 με 16,87. Την τελευταία φορά έρριξε 18,05μ. στον προκριματικό, αλλά με αυτή την επίδοση θα κατετάσσετο απλώς 11ος στον τελικό. Το 1964 πήρε μέρος και στην δισκοβολία (22ος με 51,03μ.). Νίκησε πέντε φορές σε Βαλκανικούς αγώνες στην σφαιροβολία (1955, 1957, 1959-61) και μία σε Μεσογειακούς (1959), στους οποίους ήταν 2ος το 1955 και 3ος στην δισκοβολία το 1959. Σε Βαλκανικούς πήρε τέσσερα ασημένια μετάλλια στην σφαιροβολία και δύο ασημένια κι ένα χάλκινο στην δισκοβολία. Αναδείχθηκε 10 φορές πρωταθλητής Ελλάδος στην σφαιροβολία και «μόνο» δύο στην δισκοβολία, υπάρχοντος τότε του μετέπειτα καθηγητή του Πολυτεχνείου και νυν Ακαδημαϊκού, Αντώνη Κουνάδη. Τ' ατομικά του ρεκόρ είναι 18,21μ. και 55,17μ. Για την εποχή τους ήταν σπουδαίες επιδόσεις. Αλλά και τώρα με αυτές θα ήταν μέλος της εθνικής μας ομάδας!... Δεν ασχολήθηκε, όμως, μόνο με τον αθλητισμό. Είναι και μορφωμένος, αφού είχε αποφοιτήσει από την ΑΣΟΕΕ (νυν Οικονομικό Πανεπιστήμιο). 
Η Λανίτου - Καβουνίδου, κόρη διακεκριμένου Κύπριου πολιτικού, ιδιαίτερης εκπαίδευσης και αυτή, όπως προαναφέραμε έφθασε στους ημιτελικούς (στην 12άδα) των 80μ. μ' εμπόδια στους Ολυμπιακούς τού 1936, στους οποίους έτρεξε και 100μ. Αγωνίσθηκε και το 1948 στα εμπόδια, αλλά τότε ήταν μεγάλη (34 ετών), ειδικά για τα δεδομένα του στίβου της εποχής. Είναι δε, αναρίθμητοι οι πανελλήνιοι τίτλοι που συνέλεξε: 25 σε Ολυμπιακά αγωνίσματα, διότι είχε νικήσει και σε μη Ολυμπιακά! Δυστυχώς, όταν αγωνιζόταν, δεν διεξήγοντο Βαλκανικοί και Μεσογειακοί αγώνες. Εφυγε από τη ζωή το 2011, σε ηλικία 97 ετών. Σχεδόν έως το τέλος γυμναζόταν. Κάποια στιγμή θα κάνουμε ειδικό αφιέρωμα σε αυτήν την «πρωθιέρεια» του ελληνικού αθλητισμού.
Αλλες μεγάλες μορφές του ΑΟΠΦ, με διεθνείς διακρίσεις, ήταν οι Βασίλης Μαυραπόστολος (μεγάλες αποστάσεις), Νίκος Λεκατσάς (ύψος, δέκαθλο), Κώστας Χατζηγιάννης (Βαλκανιονίκης το 1934 στον ακοντισμό) και ο δεκαθλητής, Κώστας Τραυλός, που σε Βαλκανικούς αγώνες κατέκτησε τρία ασημένια μετάλλια (το 1934 στο μήκος, το 1936 και το 1939 στο επί κοντώ) κι ένα χάλκινο, το 1937 στο επί κοντώ.
Ο Μαυραπόστολος (στα 5.000μ.) και ο Λεκατσάς κατέκτησαν χρυσά Βαλκανικά μετάλλια το 1939 και το 1940. Μετά οι αγώνες διεκόπησαν, λόγω του πολέμου, και επανήρχισαν το 1953. Ετσι και οι δύο έχασαν την ευκαιρία να εμπλουτίσουν πολύ την συλλογή τους. Ο Μαυραπόστολος, πάντως, αγωνίσθηκε στους Ολυμπιακούς του 1948 στα 5.000μ. και στα 3.000μ. στιπλ. Επί πλέον, ήταν 2ος στους Βαλκανικούς του 1939 στο στιπλ και έχει 16 πανελλήνιους τίτλους, σε 1.500μ., 5.000μ., 10.000μ. και στιπλ.
Η θρυλική, Δομνίτσα Λανίτου.
Ιδιάζουσα περίπτωση είναι του επικοντιστή, Πέτρου Χλέντζου (επί κοντώ). Γεννημένος στις ΗΠΑ, ο Ελληνοαμερικανός άλτης, ανήκε στον ΑΟΠΦ. Το 1932 κατετάγη 7ος στους Ολυμπιακούς αγώνες. Ηταν ο πρώτος Ελληνας που υπερέβη τα 4μ. (4,015μ.). Σημείωσε την επίδοση το 1935 και το ρεκόρ ξεπεράστηκε το... 1950 από τον Ρήγα Ευσταθιάδη. Αναδείχθηκε Βαλκανιονίκης το 1935.
Τα χρόνια αυτά πάρα πολλοί άλλοι αθλητές, αλλά και αθλήτριες, του συλλόγου αναδείχθηκαν πρωταθλητές Ελλάδος. Ετσι, ο ΑΟΠΦ πρώτευσε σε πανελλήνια πρωταθλήματα γυναικών επτά φορές (1931, 1932, 1934-37, 1948) και μία σε ανδρών (1932), διότι εκεί ο συναγωνισμός ήταν σαφώς μεγαλύτερος.
Μεταπολεμικά, στην μεγάλη ηλικιακή κατηγορία (άνδρες - γυναίκες) ξεχώρισαν κυρίως -πέραν, φυσικά, των όσων έχουν προαναφερθεί- οι Αλέκα Φίλη (η πρώτη πανελληνιονίκης στην ιστορία στον Μαραθώνιο), Γιάννης Λεκατσάς (γιός του Νίκου, δέκαθλο), Τάσος Παχός (100, 200μ.), Γιάννης Μαρουδάς (3.000μ. στιπλ) και οι βαδίστριες Ασημίνα Συριοπούλου (πέτυχε και πανελλήνιο ρεκόρ στα 10.000μ.) και Ζωή Γκίνη. Αλλά πολλοί άλλοι νεαροί αθλητές σημείωσαν -κυρίως την δεκαετία του '80 και στα πρώτα χρόνια αυτής του '90- σπουδαίες επιτυχίες εντός των συνόρων και εκπροσώπησαν την Ελλάδα σε διεθνείς αγώνες.

Περίοδοι παρακμής και αναγέννησης
Το τμήμα πέρασε και περιόδους παρακμής, αλλά πάντα αναγεννάται από τις στάχτες του. Ελπίζουμε ότι το ίδιο μπορεί να επιτευχθεί και τώρα, αφού, όπως προαναφέραμε, υπάρχουν ρίζες βαθειά στο χώμα και το δένδρο, που έχει, ήδη, κάποιους καρπούς, μπορεί να βλαστήσει περισσότερο.
Ο Γιάννης Λεκατσάς πρόσφατα με τον Νίκο Λεκατσά τον νεότερο.
Συνέβη την περίοδο 1968-70, όταν είχε διαλυθεί μετά την απόσυρση από την ενεργό δράση του Τσακανίκα, και σύντομα ανέδειξε εξαίρετους αθλητές (Ι. Λεκατσάς, Παχός κ.α.). Πάλι πέρασε κρίση (διέθετε, πάντως, μερικούς αξιόλογους αθλητές, αφού ο Λεκατσάς και άλλοι συνέχιζαν, αλλά είχε διακοπεί η παραγωγή) στο τέλος της δεκαετίας του ’70, μετά λίγα έτη, όμως, πρωτοστατούντος του πρώην προπονητή του, Γιάννη Οικονόμου, σημείωνε σπουδαίες, για τα δεδομένα του, επιτυχίες και αθλητές του αγωνίσθηκαν με τις εθνικές ομάδες μικρών ηλικιών ακόμη και σε πρωτάθλημα κόσμου. Το 1996 διαλύθηκε, αφού προηγουμένως περιέπεσε σε ανυποληψία, έχοντας απομείνει ουσιαστικά με τέσσερις αθλητές, οι νεότεροι των οποίων (Λεκατσάς, Θανάσης Καλαντζής, Νίκος Κωνσταντόπουλος) ήταν 41 ετών και ένας... 59 (Δημήτρης Πασιώτης), και όλοι αγωνίζονταν στο διασυλλογικό πρωτάθλημα στην σφαιροβολία (ο Καλαντζής και στην σφυροβολία), προσφέροντας βαθμούς. Επανασυστήθηκε το 2005, με πρωτοβουλία του Οικονόμου.
Τώρα, επαναλαμβάνουμε,  δεν βρίσκεται σε τόσο άσχημη κατάσταση όσο σε άλλες περιόδους. Απλώς ανεκόπη η ανοδική πορεία των ετών 2006-12. Συνεπώς, μπορεί, και πρέπει, να υπάρχει αισιοδοξία, μολονότι τα δεδομένα είναι εντελώς διαφορετικά και το Π. Φάληρο αυτό καθ' αυτό τα τελευταία χρόνια δεν είναι αθλητούπολη. Αλλά, «συν Αθηνά και χείρα κίνει»…

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Ο πυγμάχος που χόρευε στο ρινγκ και αρνήθηκε εκατομμύρια δολάρια


Ο Κουβανός, Τεόφιλο Στίβενσον «άφησε εποχή» για τις επιτυχίες του και την προσήλωσή του στην πατρίδα του 

«Σφυροκοπώντας» τον Σιμόν.
 Του Ν. Α. Κωνσταντόπουλου

Η σκηνή έχει χαραχθεί ανεξίτηλα στη μνήμη μου. Δεν ήμουν ακόμη 21 ετών, όταν έβλεπα στη μαυρόασπρη τηλεόραση τον Τεόφιλο Στίβενσον να κατατροπώνει τους αντιπάλους του στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μόντρεαλ (Καναδάς), τον Ιούλιο του 1976.
Να εξομολογηθώ την «αμαρτία» μου: Η πυγμαχία δεν μου αρέσει. Λατρεύω την Ολυμπιακή πάλη, βεβαίως και την άρση βαρών (μολονότι δεν έχει σχέση με τ' άλλα δύο αθλήματα, τα κατατάσσουν όλα στα λεγόμενα «βαριά»), αλλά όχι την πυγμαχία. Ο Στίβενσον, όμως, σε ανάγκαζε να καθηλωθείς στην καρέκλα σου για να τον παρακολουθήσεις και να τον θαυμάσεις.
Ο Σενεγαλέζος, Μαμαντού Ντραμέ, ο Φινλανδός, Πέκα Ρούοκολα και ο Αμερικανός, Τζον Τέιτ δεν «έβγαλαν» όλον τον αγώνα όρθιοι. Ο περίφημος Κουβανός τους νίκησε με νοκ άουτ. Τον πρώτο στον B΄ γύρο και τους άλλους στον A΄. Συνολικά οι τρεις τους άντεξαν μόλις 7 λεπτά και 22''. Απέναντί του στον τελικό βρέθηκε ο Ρουμάνος, Μίρτσα Σιμόν. Ο δυστυχής δεν ένιωσε και πολύ το σφυροκόπημα του Στίβενσον, γιατί προσπαθούσε να τον αποφύγει όσο γινόταν. Γι' αυτό άντεξε δύο γύρους (κάθε γύρος διαρκούσε τρία λεπτά), αποδεικνύοντας, ότι δίκαια είχε φτάσει στον τελικό. Ηταν ο καλύτερος πυγμάχος του κόσμου στην κατηγορία του στη διοργάνωση. Γιατί ο Στίβενσον δεν ήταν του κόσμου τούτου...
Οταν άρχισε ο τρίτος γύρος, ήταν φανερό πού οδηγούνταν τα πράγματα. Πάραυτα, λοιπόν, η «γωνία» του Σιμόν, δηλαδή ο προπονητής του, έσπευσε να ρίξει την πετσέτα στο ρινγκ, σημάδι ότι ο αθλητής του εγκαταλείπει.
Ο Στίβενσον, όπως ο περίφημος Αμερικανός, Μοχάμετ Αλι (Κάσιους Κλέι), συνδύαζε τη δύναμη του πυγμάχου της κατηγορίας των βαρέων βαρών με την ταχύτητα και την κινητικότητα αυτού των ελαφρών. Αντίθετα, όμως, προς τον Αλι και άλλους επαγγελματίες πυγμάχους, δεν υπέστη σημαντικές βλάβες.
«Δεν έχει αλλάξει από τον γίγαντα, που τρομοκρατούσε τους αντιπάλους του μόνο με την όψη του», έγραψε γι' αυτόν το 2009, η βρετανική εφημερίδα «Ομπσέρβερ».
Ο πατέρας του ήταν σωματώδης και προπονητές τον προέτρεψαν ν' ασχοληθεί με την πυγμαχία. Επαιξε μόνο σε επτά αγώνες, διότι γρήγορα προσγειώθηκε στη σκληρή πραγματικότητα από το διεφθαρμένο σύστημα πληρωμής των νεαρών πυγμάχων.
Ο μικρός Τεόφιλο ήταν νωθρό, αλλά λαμπρό παιδί. Στα 9 του τον βρίσκουμε να κάνει «σπάρινγκ» (αντίπαλος στην προπόνηση) στο αυτοσχέδιο ανοικτό γυμναστήριο, στο οποίο σύχναζε ο πατέρας του. Υπό την επίβλεψη του παλαιού πρωταθλητή της Κούβας στα βαρέα, Τζον Ερέρα, ο μικρός άρχισε την πυγμαχική του σταδιοδρομία αντιμετωπίζοντας έμπειρους αντιπάλους. Σύμφωνα με τον Ερέρα, όμως, «το είχε μέσα του». Παρότι είχε εμπλακεί για τα καλά στο άθλημα, δεν το είχε πει στη μητέρα του, Ντολόρες. Οταν ο πατέρας τής το αποκάλυψε, εκείνη έγινε έξαλλη, όμως, τελικά δέχθηκε να δώσει τη συγκατάθεσή της, υπό την προϋπόθεση, ότι θα τον συνόδευε ο πατέρας.
Η πρόοδος του μικρού ήταν συνεχής και στα μέσα της δεκαετίας του '60, στα 13 του, κέρδισε έναν εθνικό τίτλο στην κατηγορία της ηλικίας του και μια πρόσκληση στην πρωτεύουσα, την Αβάνα, για να προπονηθεί. Οι νίκες του είχαν τραβήξει την προσοχή του Σοβιετικού, Αντρέι Τσερβανιένκο, ενός από τους επικεφαλής προπονητές της Κούβας. 

Καθοριστικός ο ρόλος των προπονητών από την ΕΣΣΔ
Σημαντικό ρόλο στην πρόοδο του Στίβενσον και στην εντυπωσιακή άνοδο της πυγμαχίας της Κούβας, που είχε αρχίσει να εφαρμόζει ένα νέο αθλητικό σύστημα, έπαιξαν προπονητές από την ΕΣΣΔ.
Ο Αντρέι Τσερβανιένκο, πρώην πυγμάχος από τη Μόσχα, ίδρυσε την κουβανική Σχολή Πυγμαχίας σ' ένα ερειπωμένο γυμναστήριο στην Αβάνα.
Η σταδιοδρομία του Στίβενσον στην κατηγορία των ανδρών άρχισε στα 17 του με ήττα στο εθνικό πρωτάθλημα από τον έμπειρο, Γκαμπριέλ Γκαρσία. Οι νίκες του, όμως, επί των Νάνσιο Καρίγιο και Χουάν Πέρες, δύο από τους καλύτερους Κουβανούς των βαρέων, τού εξασφάλισαν θέση στην εθνική ομάδα για το πρωτάθλημα Κεντρικής Αμερικής. Η ήττα στον τελικό, έπειτα από τρεις νίκες, δεν θεωρήθηκε κάτι αρνητικό και ο Στίβενσον καθιερώθηκε ως ο καλύτερος πυγμάχος της Κούβας στην κατηγορία. Ο Τσερβανιένκο και ο κορυφαίος Κουβανός προπονητής, Αλσίδες Σαγκάρα «δούλεψαν» τα κτυπήματά του και αυτό απέδωσε καρπούς λίγο αργότερα, στο Ανατολικό Βερολίνο (Γερμανία, τότε Λ.Δ. Γερμανίας). Μπροστά στο έκπληκτο κοινό, ο Στίβενσον νίκησε τον Μπερντ Αντερν. Αυτή η νίκη έκανε όλο τον κόσμο της πυγμαχίας να θεωρεί, πλέον, τον Τεόφιλο, ως σοβαρό «μνηστήρα» του τίτλου των βαρέων.
Η επιβεβαίωση ήλθε το 1972 στο Μόναχο (Γερμανία, τότε Δυτική Γερμανία). Στον πρώτο αγώνα νικά τον Πολωνό, Λούντβικ Ντέντερις με τεχνικό νοκ άουτ (διακοπή) σε 30''. Στην επόμενη φάση του Ολυμπιακού τουρνουά αντιμετωπίζει τον Αμερικανό, Ντουέιν Μπάμπικ, ο οποίος το 1971 τον είχε νικήσει και εθεωρείτο φαβορί για να συνεχίσει την κυριαρχία των ΗΠΑ στην κατηγορία. Αυτή τη φορά, όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά κι έτσι θα έμεναν για πολλά χρόνια. Μετά έναν ισορροπημένο γύρο, στον δεύτερο νικά ο Μπάμπικ, αλλά στον τρίτο ο Στίβενσον, σαν θεριό ανήμερο, ξαπλώνει τον Αμερικανό τρεις φορές στο ρινγκ και ο αγώνας διακόπτεται. Η αναμέτρηση είχε μεταδοθεί τηλεοπτικά στην Κούβα και ακόμη θεωρείται ως η πλέον αξέχαστη εμφάνιση του Στίβενσον. Ακολουθεί η νίκη (διακοπή στον Β΄ γύρο) επί του Δυτικογερμανού, Πέτερ Χούσινγκ. Στον τελικό δεν θα ιδρώσει, διότι ο Ρουμάνος, Ιον Αλέξε δεν αγωνίσθηκε λόγω τραυματισμού.
Ο Στίβενσον πήγε στο Μόντρεαλ ευρισκόμενος ίσως στην κορύφωσή του. Ηταν ένας μαχητής, ο οποίος χρησιμοποιούσε το ύψος του και κυριαρχούσε χρησιμοποιώντας εναλλάξ αριστερά χτυπήματα, που τράνταζαν τον αντίπαλο, με θυελλώδη δεξιά. Το τι συνέβη, το έχουμε ήδη περιγράψει.
Τέσσερα χρόνια μετά, στη Μόσχα (Ρωσία, τότε ΕΣΣΔ), έγινε το μποϊκοτάζ των Ολυμπιακών Αγώνων από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους, με αφορμή την εισβολή της ΕΣΣΔ στο Αφγανιστάν. Αυτή η απόφαση ίσως στέρησε από τον Κουβανό τη δυνατότητα να κατακτήσει τέσσερα χρυσά Ολυμπιακά μετάλλια. Οχι, φυσικά, επειδή η Κούβα δεν πήγε στη Μόσχα, αλλά διότι το 1984 ήταν η σειρά των Σοβιετικών και των συμμάχων τους να μποϊκοτάρουν τους Ολυμπιακούς του Λος Αντζελες (ΗΠΑ).
Στη Μόσχα ο Στίβενσον αποκλείει με νοκ άουτ τον Νιγηριανό, Σόλομον Ατάγκα στον 1ο γύρο και τον Πολωνό, Γκζέγκοζ Σκζετς στον 3ο. Στον ημιτελικό νικά στα σημεία, με ομόφωνη απόφαση, τον Ούγγρο, Ιστβαν Λέβαϊ. Στον τελικό, ο Σοβιετικός, Πιοτρ Ζάεβ, στάθηκε πολύ καλά, αλλά ο Στίβενσον εστέφθη ξανά Ολυμπιονίκης, νικώντας στα σημεία.
Το 1982 έχασε στον εναρκτήριο αγώνα του στο παγκόσμιο πρωτάθλημα από τον σπουδαίο Ιταλό, Φραντσέσκο Νταμιάνι. Η ήττα αυτή τού διέκοψε την ενδεκαετή αήττητη πορεία σε μεγάλες διοργανώσεις (Ολυμπιακοί αγώνες, παγκόσμια πρωταθλήματα, Παναμερικανικοί). Είχαν μεσολαβήσει δύο ήττες από τον Σοβιετικό, Ιγκορ Βισότσκι σε σπουδαία τουρνουά, το 1973 και το 1976. Το 1984 ετοιμάστηκε για το Λος Αντζελες, αλλά, όπως προαναφέραμε, δεν είχε την ευκαιρία ν' αγωνισθεί. Τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους είχε νικήσει τον μετέπειτα «χρυσό» Ολυμπιονίκη, Αμερικανό, Τάιρελ Μπιγκς. 

Πάνω από όλα η αγάπη του λαού
«Τι είναι ένα εκατομμύριο δολάρια, συγκρινόμενα με την αγάπη οκτώ εκατομμυρίων Κουβανών;» απάντησε όταν του πρότειναν να γίνει επαγγελματίας. Στην πραγματικότητα, Αμερικανοί «ατζέντηδες» δεν του πρόσφεραν ένα, αλλά πέντε εκατομμύρια, αμέσως μετά τους Ολυμπιακούς του Μόντρεαλ το 1976, για να πυγμαχήσει με τον περίφημο, Μοχάμεντ Αλι με τρόπαιο τον τίτλο της κατηγορίας των βαρέων του επαγγελματικού μποξ.
«Δεν θ' άλλαζα την Κούβα με όλα τα χρήματα που θα μπορούσαν να μου δώσουν», είχε πει.
Με τον Μοχάμετ Αλι (αριστερά), το 1996.
Κάποτε έδωσε κι άλλη εξήγηση για εκείνη την άρνηση: «Η επαγγελματική πυγμαχία μεταχειρίζεται τον πυγμάχο σαν εμπόρευμα για να πυγμαχεί και να πουλάει και τον πετάει όταν πια δεν είναι χρήσιμος».
Το 1974, το αμερικανικό περιοδικό «Σπορτς Ιλιουστρέιτεντ», είχε προβλέψει: «Σε δύο, το πολύ τρία, χρόνια θα μπορούσε να είναι παγκόσμιος πρωταθλητής των βαρέων στην επαγγελματική πυγμαχία. Αλλά είναι βέβαιο πως δεν θα είναι».
Κάθε άρνησή του να υποκύψει στα «χρυσά κελεύσματα» των καπιταλιστών, του έφερνε ανταμοιβή από τους σοσιαλιστές. Ηταν ένας ήρωας για τον λαό της Κούβας, ακόμη και για τον πρόεδρο, Φιντέλ Κάστρο. Η κυβέρνηση του πρόσφερε δύο οροφοδιαμερίσματα στην Αβάνα, μία βίλα πέντε δωματίων στο θέρετρο Ντελίσιας και δύο αυτοκίνητα.
Ρωτήθηκε κάποτε, γιατί πολλοί Κουβανοί παίκτες μπέιζμπολ φεύγουν από την Κούβα, αλλά όχι τόσοι πυγμάχοι. «Διότι δεν χρειάζεται να πυγμαχούν μόνο για να κερδίζουν χρήματα. Στην Κούβα όλοι πηγαίνουν σχολείο. Το σχολείο είναι φως. Οταν πηγαίνεις σχολείο μπορείς να δεις», απάντησε.

Διάφορα από τη ζωή του και οι διακρίσεις του

Γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1952, απεβίωσε στις 12 Ιουνίου του 2012, στην Αβάνα, από καρδιακή προσβολή. Αφησε πίσω του δύο παιδιά. 

Τ’ αθλητικά επιτεύγματά του ήταν: 

«Χρυσός» Ολυμπιονίκης το 1972, 1976, 1980. 

Πρωταθλητής κόσμου το 1974, 1978 και 1986. Ηττήθη μόνο το 1982, όπως, ήδη, αναφέραμε. 

Πρωταθλητής στους Παναμερικανικούς αγώνες το 1975 και το 1979. Τρίτος το 1971, μόλις στα 19 του χρόνια. 

*Το βρετανικό ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο BBC, χαρακτήρισε τον Στίβενσον ως «τον μεγαλύτερο πυγμάχο της Κούβας, μία από τις πλέον διάσημες προσωπικότητες της χώρας, μετά τον Φιντέλ Κάστρο». 

*Του απονεμήθηκε το βραβείο «Βαλ Μπάρκερ» (σημείωση: σπουδαίος Βρετανός μποξέρ στα τέλη του 19ου αιώνα, το βραβείο καθιερώθηκε προς τιμήν του το 1936 και απονέμεται στον πιο εντυπωσιακό πυγμάχο στους Ολυμπιακούς αγώνες) το 1972.

*Επίσης το 1972, ο Στίβενσον αναγορεύθηκε «Αξιος μάστερ του αθλητισμού της ΕΣΣΔ», τίτλος που απενεμήθη σ’ ελάχιστους ξένους αθλητές.

Με τον ηγέτη της Ν. Αφρικής, αείμνηστο, Νέλσον Μαντέλα (μέσο) και τον Κάστρο, το 1991.

*Το 1999 συνελήφθη στο διεθνές αεροδρόμιο του Μαϊάμι (ΗΠΑ), με την κατηγορία ότι, πριν από την επιβίβαση σε πτήση τσάρτερ, η οποία θα μετέφερε την εθνική ομάδα πυγμαχίας της Κούβας στην πατρίδα της, γρονθοκόπησε στο κεφάλι υπάλληλο της αεροπορικής εταιρείας, σπάζοντάς του δόντια. Σύμφωνα με τον Στίβενσον, ένας υποκινητής επεισοδίων τον πλησίασε φωνάζοντας προσβλητικά λόγια για την κυβέρνηση της Κούβας και, γενικότερα, για την χώρα. Η κουβανική εφημερίδα, «Τραμπαχαδόρες» (Οι εργαζόμενοι), κατηγόρησε την, όπως την αποκάλεσε, «Μαφία του Μαϊάμι», ότι προκάλεσε το επεισόδιο. Υποστήριξε, επίσης, ότι το «Εθνικό Κουβανο-αμερικανικό Ιδρυμα» οργάνωσε δημόσια συγκέντρωση για να κακοποιήσει τον Στίβενσον, όταν επέστρεψε στο αεροδρόμιο της πόλης, μετά την σύλληψή του. Η εφημερίδα πιστεύει, ότι το κίνητρο για την προβοκάτσια ήταν η καταστροφή της αίγλης ενός σταρ του κουβανικού αθλητισμού. Ο Στίβενσον μετά την σύλληψή του αφέθηκε ελεύθερος μ’ εγγύηση και επέστρεψε στην Κούβα, χωρίς να παραστεί στο δικαστήριο. 

*Διαβάστε κατατοπιστικότατη, σχετικά με την προσωπικότητα του Στίβενσον, παρέμβαση - σχόλιο του συνεπούς και σταθερού αναγνώστη του μπλογκ, Nikos G.

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Φιλόσοφος της πάλης, «καλλιτέχνης» των ταπί

Το... θήραμα έπεσε στα νύχια του αιλουροειδούς και αποδέχεται τη μοίρα του...
Του Ν. Α. Κωνσταντόπουλου 

Οταν τον παρακολουθούσες να κινείται πάνω στο ταπί, νόμιζες ότι βρισκόσουν στο θέατρο «Μπαλσόι» κι έβλεπες κάποιον σπουδαίο χορευτή. Εκινείτο απαλά, σαν να χορεύει, παρακολουθούσε προσεκτικά τους αντιπάλους του και, αίφνης, σαν το αιλουροειδές που εφορμά στο υποψήφιο θύμα του, έριχνε τον αντίπαλό του στο ταπί. Ο Μπουβάισαρ (Μπουβάισα στα τσετσένικα) Χαμίντοβιτς Σαϊτίεφ, o παλαιστής από τον Καύκασο (έχει γεννηθεί στις 11 Μαρτίου 1975 στο Χασαβιούρτ του Νταγκεστάν και πάλευε από το 1985), ξεχώριζε από τους άλλους πρωταθλητές της πάλης από το στυλ του. Λιγότερο μυώδης, αγωνιζόταν μ’ ένα νωθρό τρόπο, που μπορούσε ναποκοιμίσει τους αντιπάλους του. Αυτοί, όμως, τον γνώριζαν καλά κι αισθάνονταν σαν τον μελλοθάνατο, που τον έχουν ρίξει στον λάκκο με τ’ άγρια θηρία. Σαν αιλουροειδές, που παραφυλάει για το θήραμά του, ο Σαϊτίεφ ορμούσε. Και αλίμονο στον παλαιστή, που έπεφτε στα χέρια του...
Ο Σαϊτίεφ έχει πιάσει το θύμα του, που δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγει.
Ο Μπουβάισαρ Σαϊτίεφ δεν θύμιζε παλαιστή, που έχει κυριαρχήσει στους Ολυμπιακούς του 1996, του 2004 και του 2008, σ’ έξι παγκόσμια πρωταθλήματα και σε ισάριθμα ευρωπαϊκά από το 1995 κι έπειτα.
Ηταν πολύ μεγάλη τύχη να παρακολουθεί κάποιος αυτόν τον θρυλικό Ρώσο αθλητή της ελευθέρας πάλης ν αγωνίζεται. Είμαι από αυτούς τους τυχερούς, αφού τον θαύμασα το 2004 και στο τουρνουά «Ακρόπολις» και στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. Στον Καύκασο οι κορυφαίοι παλαιστές είναι τοπικοί ήρωες. Και η περιοχή έχει αναδείξει πάμπολλους μεγάλους παλαιστές.
«Δεν είναι ότι εκ γενετής έχουμε κάτι παραπάνω. Ομως, η πάλη δεν απαιτεί ιδιαίτερο χώρο ούτε ακριβή στολή. Στη Μόσχα μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Στον Καύκασο ο κόσμος είναι φτωχός και πάει στην πάλη ή στην πυγμαχία», μας είχε πει το 2004, σε συνέντευξη που παραχώρησε για την «Καθημερινή».
Η δύναμη, η τεχνική, το μυαλό, τι από όλα παίζει τον κυριότερο ρόλο στην πάλη; τον είχαμε ρωτήσει.
Ο παλαιστής, που χωρίς να κοπιάζει ιδιαιτέρως, με σίγουρες κινήσεις, έριχνε στο ταπί τους αντιπάλους του εύκολα, είχε απαντήσει ότι το κάθε προσόν χρησιμοποιείται ανάλογα με την περίπτωση, τον αγώνα, τον αντίπαλο, αλλά και την ηλικία του αθλητή.
«Εξαρτάται με ποια θεώρηση αντιμετωπίζεις την πάλη. Για μένα η πάλη είναι ό,τι καλύτερο. Είναι μια φιλοσοφία».
Ο μεγάλος αθλητής έχει και ισχυρή προσωπικότητα και περίσσιες ψυχικές δυνάμεις. O Σαϊτίεφ το απέδειξε στο πρωτάθλημα Κόσμου το 2003, το έδειχνε και με τον τρόπο σκέψης του.
Το 2003, στη N. Υόρκη, έδωσε δύο αγώνες με σπασμένο ζυγωματικό. Δεν το γνώριζε, πονούσε αφόρητα, αλλά δεν έβγαλε ακτινογραφίες φοβούμενος μήπως δεν του επιτρέψουν να συνεχίσει να παλεύει, αν έβλεπαν το μέγεθος του τραυματισμού.
Αρχισε την πάλη στα έξι του, αφού προέρχεται από παλαιστική οικογένεια. O μεγάλος αδελφός του, Αμπντάλα, υπήρξε πρωταθλητής της ΕΣΣΔ, ενώ ένας από τους μικρότερους, ο Ανταμ, είναι 1ος Ολυμπιονίκης στο Σίδνεϊ. Ο δε πατέρας του, ο Χαμίντ, διετέλεσε προπονητής του.
Στο Χασαβιούρτ, όπου γεννήθηκε, υπάρχει σχολή πάλης με πολλά παραρτήματα σε όλον τον Καύκασο, την οποία διευθύνει και στην οποία το 1996 δόθηκε τ’ όνομά του. 
Στη ρωσική πάλη εδώ και χρόνια «πέφτουν» πολλά χρήματα.
«O συναγωνισμός είναι μεγάλος. Το 70% των χρυσών μεταλλίων σε Ολυμπιακούς και πρωταθλήματα Κόσμου και Ευρώπης συνήθως τα παίρνουν Ρώσοι. H κυβέρνηση, ειδικά επί Πούτιν, βοηθάει πολύ. Τα τελευταία χρόνια διοργανώνoνται και πολλοί αγώνες με χρηματικές αμοιβές», μας είχε πει. Και τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει από τότε. 

Τον πείσμωσε η αποτυχία
Διαβάζοντας κάποιος το αθλητικό βιογραφικό του Μπουβάισαρ Σαϊτίεφ, θα μείνει έκπληκτος. Από το 1995 ώς και τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου το 2008, στη θέση κατάταξης αναφέρεται σχεδόν αποκλειστικά ο αριθμός «1». Ανήκει στους ελάχιστους ξεχωριστούς του αθλήματος, αφού έχει τρία χρυσά Ολυμπιακά μετάλλια.
Και άντε να γλυτώσεις...
Μόνο στο Σίδνεϊ, το 2000, απέτυχε. Κατετάγη 9ος, εξαιτίας του ανόητου συστήματος διεξαγωγής, που εφαρμοζόταν τότε και δεν έδινε δεύτερη ευκαιρία σε όποιον έχανε έναν αγώνα. Ηττήθη με 3-4 στην παράταση, στην A΄ φάση, από τον Αμερικανό, Μπράντον Σλέι και έμεινε 9ος.
Από το 2000, πρέπει να φτάσουμε στο 2006 για να βρούμε τον Μπουβάισα σε θέση άλλη από την 1η. Τότε κατετάγη 8ος στο πρωτάθλημα κόσμου.
«Τις πρώτες ημέρες νόμιζα ότι ήταν τραγωδία. Μετά όλα ήταν φυσιολογικά. Οι άλλοι χαίρονταν με τις επιτυχίες, εγώ θα ήμουν λυπημένος; Περισσότερα έμαθα από την ήττα, παρά από το αν θα νικούσα. Σκέφτηκα, ανέλυσα, είδα τι πήγε λάθος. Είχα την ευκαιρία να μάθω κι άλλα, να βελτιωθώ», μας είχε πει, αναφερόμενος στην ήττα του στο Σίδνεϊ.
Ο Σλέι έως τότε δεν είχε άλλη επιτυχία στο βιογραφικό του. Μετά «χάθηκε». Αυτό ακριβώς είναι που έκανε τον Σαϊτίεφ να λέει ότι οι Ολυμπιακοί είναι απρόβλεπτοι αγώνες και δεν μπορείς να ξέρεις τους βασικούς αντιπάλους σου.
«Αφησα αυτόν τον άνθρωπο να με βάλει κάτω. Δεν ήξερα καν ποιος ήταν. Επρεπε να τον "ψάξω" στο διαδίκτυο. Νομίζω ότι δεν έπρεπε καν να... μετάσχει στους Ολυμπιακούς. Ηταν σαν... κομήτης, δεν είχε να προσφέρει πολλά. Ισως του έδωσαν κάτι. Εμφανίστηκε, προκάλεσε χάος κι εξαφανίσθηκε. Δεν αξίζει καν τις σκέψεις μου. Τον θυμάμαι μόνο αν με ρωτήσει κάποιος γι’ αυτόν. Διαφορετικά, δεν υπάρχει για εμένα», δήλωσε κάποτε με δόση αλαζονείας. 

Ενα ξεχωριστό ποίημα και μια «βαριά» κληρονομιά
«Ελκυστικό δεν είναι να ‘σαι διάσημος - Ούτε φτάνει αυτό να σε ανεβάσει. - Δεν αρκεί να ’χεις ζωηρό παρελθόν - Δεν αρκεί ό,τι έζησες να θυμάσαι. - Προσφέρουμε για να δημιουργούμε, - αλλά ο θόρυβος και η φτηνή δημοσιότητα - είναι ντροπή, εάν ανάξιοι άνθρωποι - είναι στα χείλη όλων».
Αυτό το ποίημα («Αδελφή μου - ζωή») του Μπαρίς Πάστερνακ συνήθιζε ν' απαγγέλλει ο Μπουβάισαρ Σαϊτίεφ πριν από κάθε αγώνα. Οπως έλεγε, καθόρισε τη ζωή του εντός και εκτός πάλης. Γενικότερα, άλλωστε, ο τιμημένος με Νομπέλ, Ρώσος λογοτέχνης, συγγραφέας του «Δρ Ζιβάγκο», επηρέασε βαθιά τον Σαϊτίεφ. Είπαμε, ήταν ξεχωριστό είδος παλαιστή. 
Και τι κι αν έχει αποσυρθεί από τα ταπί. Συνεχίζει να παλεύει για να προωθήσει την πάλη και τα ιδανικά της.
Το 1992, στα 17 του, έφυγε από το Χασαβιούρτ για να προπονηθεί στο φημισμένο παλαιστικό κέντρο του Κρασνογιάρσκ. Τώρα θέλει να μεταλαμπαδεύσει τις γνώσεις του στους νεαρούς παλαιστές του Νταγκεστάν και ειδικά του Χασαβιούρτ, μιας πόλης με περίπου 100.000 κατοίκους, η οποία, βάσει του πληθυσμού της, έχει αναλογικά τους περισσότερους Ολυμπιονίκες στον κόσμο.
«Η πάλη είναι πολύ δυνατή στην πόλη μας, λόγω παράδοσης. Διαθέτουμε πολλά αθλητικά σχολεία και τα παιδιά έχουν πολλές ευκαιρίες, που εμείς δεν είχαμε. Προπονούμασταν σε συνεργείο επισκευής οχημάτων, το οποίο είχαμε εξοπλίσει με μερικά ταπί», είπε προ μηνών (σημείωση συντάκτη: το 2012) ο Μπουβάισαρ.
Η πληθώρα παλαιστών της ελευθέρας στο Νταγκεστάν, είναι προϊόν της επιθυμίας των ντόπιων να διακριθούν στο άθλημα.
Αλλά και η ηγεσία αυτής της δημοκρατίας της Ρωσίας, αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, για να ωθήσει τους νέους ν ασχοληθούν με την πάλη ή και με άλλα αθλήματα. Οι προσπάθειες του Σαϊτίεφ αποσκοπούν στο να συνεχισθούν στο Νταγκεστάν οι παραδόσεις της πάλης. Και το γυμναστήριό του αποτελεί κληρονομιά για τις επερχόμενες γενιές.

*Τα μετάλλια του Σαϊτίεφ:
ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ: Χρυσά το 1996, 2004 και 2008.
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΡΩΤΑΘΛΗΜΑΤΑ: Χρυσά το 1995, 1997, 1998, 2001, 2003, 2005.
ΠΡΩΤΑΘΛΗΜΑΤΑ ΕΥΡΩΠΗΣ: Χρυσά το 1996, 1997, 1998, 2000, 2001 και 2006.
Και οι... αποτυχίες του: 9ος στους Ολυμπιακούς του 2000, 8ος στο Παγκόσμιο του 2006.

*Δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» στις 15 Δεκεμβρίου 2012. 

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

Σφαιροβόλοι, οι πιο αθλητικοί... αθλητές


Ο δις «χρυσός» Ολυμπιονίκης (2008, 2012), Πολωνός, Τόμας Μαγέφσκι
Του Ν. Α. Κωνσταντόπουλου

Η σφαιροβολία μπορεί να είναι από τ' αγωνίσματα του στίβου, που δεν τραβούν πολύ τους προβολείς, αλλά οι πολύ καλοί σφαιροβόλοι είναι από τους καλύτερους αθλητές του κόσμου. Με τον εντυπωσιακό τους όγκο, οι σφαιροβόλοι, αδίκως, θεωρούνται από τους λιγότερο... αθλητικούς αθλητές του στίβου.
«Δεν ισχύει αυτό», λέει ο Αμερικανός προπονητής ρίψεων, Μπομπ Γουάιρ. «Οι καλύτεροι αθλητές είναι οι ρίπτες, επειδή αφιερώνουν πολύ χρόνο για ν' αναπτύξουν την ταχύτητα, την δύναμη και την εκρηκτική δύναμη. Αυτό συμβαίνει στον τομέα τους. Εξετάστε τους, όμως, και σε άλλους τομείς, και θα τους βρείτε εξαιρετικούς», τονίζει. Αναλύει δε, την άποψή του:
«Ταχύτητα: Η προπόνηση στον στίβο αποτελεί κύριο μέρος της προπόνησης των σφαιροβόλων. Και οι περισσότεροι είναι απίστευτα γρήγοροι. Κάνουν σπριντ 30μ. για να βελτιώσουν την ταχύτητα εκτέλεσης της βολής. Αν κάποιος κινηθεί στη βαλβίδα με την ίδια δύναμη με κάποιον άλλον, αλλά ταχύτερα, αυτός θα έχει πλεονέκτημα στην απελεύθερωση του οργάνου. Αν συγκρίνεις, σε μικρή απόσταση, την ταχύτητα του σφαιροβόλου με ενός άλτη του μήκους ή του τριπλούν ή ενός σπρίντερ θα μείνεις κατάπληκτος.
Τεχνική: Η κίνηση του σφαιροβόλου είναι αφύσικη. Μόνο αν ρίχνεις συχνά, μπορεί να βελτιώσεις την τεχνική. Αν κάποιος εξασκείται επί οκτώ ώρες την ημέρα στην τεχνική του γκολφ, κάποια μέρα θα κάνει την κίνηση να φαίνεται φυσική. Αυτό δεν είναι το ίδιο με τη σφαιροβολία, αλλά όταν διδάσκεσαι κάτι τόσο τεχνικό, μόνο η εξάσκηση επί χρόνια θα σε οδηγήσει σε τέτοιο επίπεδο, που θα σου επιτρέπει να βελτιωθείς και να είσαι ανταγωνιστικός.
Ο Κρίστιαν Κάντγουελ.
Δύναμη: Οι σφαιροβόλοι έχουν ηράκλεια δύναμη και κάνουν εντατικότατη δουλειά και με τις ολυμπιακές άρσεις (αρασέ, επολέ ζετέ) και με δυναμικές (σε πάγκο, για πόδια κ.α.). Εχω δει τον Κρίστιαν Κάντγουελ (Σ.Σ.: Πρωταθλητής κόσμου το 2009, 2ος Ολυμπιονίκης το 2008), να σηκώνει στον πάγκο, στο τέλος της προπόνησης, πέντε φορές 220 κ. σε χρόνο λιγότερο από... πέντε δευτερόλεπτα.
Ελαστικότητα και αλτικότητα: Οι σφαιροβόλοι χρειάζονται απίστευτη ελαστικότητα, διότι μεταφέρουν το βάρος τους με υψηλή ταχύτητα. Συχνά κάνουν επιτόπια πηδήματα, πηδηματάκια για τους αστραγάλους, άλματα σε πληνθίο. Μερικοί από τους κορυφαίους σφαιροβόλους, ακόμη και με βάρος πάνω από 120 κ., είναι γνωστό, ότι στο άλμα εις μήκος άνευ φοράς ξεπερνούν άλτες, αθλητές του αμερικανικού ποδοσφαίρου και άλλων αθλημάτων.
Ο Αλ Φόιερμπαχ.
 

Σημείωση μπλογκ: Οι παλαιοί θα θυμάστε τον πρώην -από τις 5 Μαΐου 1973 έως τις 21 Φεβρουαρίου 1976- ρέκορντμαν κόσμου, με 21,82μ., Αμερικανό, Αλ (Αλαν) Φόιερμπαχ ή Φιούρμπακ (ανάλογα με το αν το διάβαζε στα γερμανικά ή στ' αγγλικά), ο οποίος εκείνη την δεκαετία ερχόταν στο διεθνές μίτινγκ, «Τσικλητήρεια» και ξεπερνούσε στο άνευ φοράς όλους τους άλτες και τους δεκαθλητές.
Ισορροπία: Το σώμα μπαίνει κάτω από τεράστια ένταση στη διάρκεια της βολής και η γιόγκα και η γυμναστική πιλάτες βοηθούν ν' αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις. Ο παλαιός δύο φορές «χρυσός» Ολυμπιονίκης, Πάρι Ο' Μπράιεν (Σ.Σ.: υπάρχει στο μπλογκ ειδικό θέμα γι' αυτόν) ήταν από τους πρώτους, που εξασκείτο με γιόγκα. Τώρα πολλοί από τους κορυφαίους σφαιροβόλους την έχουν ως μέρος της προπόνησής τους».