Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

Αθλητική παιδεία, η μόνη ελπίδα


Η αθλητική αγωγή κατείχε περίοπτη θέση στην Αρχαία Ελλάδα.
Του Ν. Α. Κωνσταντόπουλου 

Πολλοί υποστηρίζουν πως η κατάσταση έχει φθάσει στο «μη περαιτέρω». Διαφωνώ ριζικά. Πάντα υπάρχει το χειρότερο. Η στιγμή που θα θρηνήσουμε πλείονες του ενός νεκρούς σ’ επεισόδια για το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ, το βόλεϊ, το πόλο, το χάντμπολ, τον Ολυμπιακό, τον Παναθηναϊκό, την ΑΕΚ, τον ΠΑΟΚ. Για κάποια ομάδα, τέλος πάντων… Η βία ζει και βασιλεύει στα γήπεδα (ανοιχτά και κλειστά), αλλά και στις πισίνες. Επεισόδια, με πρωταγωνιστές οπαδούς, γίνονται ως και σε αγώνες βόλεϊ... γυναικών.
Αν μας ρωτούσατε πριν από λίγα χρόνια, ποιά θεωρούμε τα μεγάλα προβλήματα του ελληνικού αθλητισμού, θα σας απαντούσαμε «την βία και το ντόπινγκ». Το ντόπινγκ, χωρίς να έχει εξαλειφθεί, δεν αποτελεί, πλέον, κεφαλαιώδες πρόβλημα. Δυστυχώς, η βία παραμένει τέτοιο.
Πολλές είναι οι αιτίες της. Κοινωνικές, έλλειψη αθλητικής παιδείας, απουσία ενδιαφερόντων πέραν τού (σχηματικά το λέμε), «Ολυμπιακού – Παναθηναϊκού». Ενας ψυχολόγος θα μπορούσε ν’ αναλύσει καλύτερα το ζήτημα. Να δώσει απάντηση στο ερώτημα, γιατί ένας νέος δικινδυνεύει ακόμη και τη ζωή του για να συγκρουσθεί με κάποιον άγνωστο για ένα γκολ ή ένα καλάθι. Γιατί θέτει, για την ίδια αφορμή, σε κίνδυνο την σωματική ακεραιότητα, ακόμη και τη ζωή, ενός επαγγελματία αθλητή ή ενός προπονητή, που, ενδεχομένως, τον επόμενο χρόνο ν’ αγωνίζεται στην «αγαπημένη του» (εντός εισαγωγικων, διότι με τις πράξεις του αποδεικνύει πως δεν την αγαπά, καθότι «κάθε τρεις και λίγο» την τιμωρεί με πρόστιμα και αγώνες κεκλεισμένων των θυρών) ομάδα, αλλά και την δική του ελευθερία, σε περίπτωση κατά την οποία θα συλληφθεί. Πολλά γιατί. Αλλά δεν είμαι ψυχολόγος. Γι’ αυτό δεν θ’ απαντήσω σε όλα αυτά.
Θα προτείνω, όμως, κάτι. Αλλά πριν από την πρόταση, θα μου επιτρέψετε να παραθέσω κάποιες σκέψεις και απόψεις μου.
Για την ύπαρξη και την διαιώνιση της βίας στους αθλητικούς χώρους, θεωρώ πως τεράστιο ρόλο διαδραματίζει η απουσία αθλητικής παιδείας. Από εκεί κι έπειτα, σημαντικότατες ευθύνες φέρουν εκείνοι που πρέπει να δώσουν το παράδειγμα, οι ταγοί - αθλητικός Τύπος, προπονητές, παράγοντες. Αυτοί συχνά προκαλούν. Τα μεγάλα γράμματα του αθλητικού Τύπου έλκουν το βλέμμα. Και συχνά, μέσω αυτών, κηρύσσεται ο φανατισμός. Οι νηφάλιες φωνές σπανίζουν. Και όσες υπάρχουν, δεν φθάνουν στη μάζα των οπαδών. H εκ των υστέρων καταδίκη της βίας από αυτούς που εμμέσως την προκαλούν, δεν πείθει. Και όσο αυτοί μένουν αλώβητοι, η βία δεν θα εξαλείφεται. Αν στην καταπολέμησή της δεν συμβάλουν ο Τύπος και το σχολείο με την καθιέρωση ειδικού μαθήματος για την αθλητική διαπαιδαγώγηση, ποιος θα το πράξει;
Κακό παράδειγμα δίνουν, φυσικά, και πολλοί προπονητές και παράγοντες. Οι εκρήξεις τους κατά τη διάρκεια των αγώνων και οι προηγηθείσες ή μετέπειτα δηλώσεις τους, «πυροδοτούν» τις εξέδρες. Και συχνά υποκινούν επεισόδια. Αλλά κάνουν κακό και στους διαμαρτυρόμενους. Αφ’ ενός μεν, διότι οι συνεχείς διαμαρτυρίες, τελικά δεν πείθουν παρά μόνον όσους θέλουν να πεισθούν. Αφ’ ετέρου δε, συνήθως «κοιμίζουν» τους παίκτες της διαμαρτυρόμενης ομάδας, διότι θεωρούν ότι είναι ανώτεροι και χάνουν μόνο λόγω διαιτησίας. Ετσι, δεν κάνουν αυτοκριτική. Το παράξενο είναι ότι, συχνά, διαμαρτύρονται και οι νικητές. Στρώνουν, με τον τρόπο αυτόν, τον δρόμο για τον επόμενο αγώνα...
Ασφαλώς, αν όλοι σκέπτονταν τις συνέπειες της συμπεριφοράς τους, αυτή θα ήταν διαφορετική. Κάποτε, όμως, πρέπει ν’ αναλογισθούν ότι έχουν και παιδαγωγικά καθήκοντα.
Βεβαίως, πρέπει, επιτέλους, να μάθουμε να χάνουμε. Φυσικά και να νικάμε. Αλλά ας αρχίσουμε από το πρώτο, που φαίνεται δυσκολότερο, είναι, όμως, ευκολότερο. Η σωστή διαχείριση της νίκης είναι πιο δύσκολη υπόθεση.
Υπάρχουν, πάντως, και αρκετοί που υποστηρίζουν ότι οι διοικήσεις των συλλόγων δύνανται, αλλά δεν θέλουν, να ελέγξουν τους φανατικούς οργανωμένους οπαδούς. Επιθυμούν να εκτρέφουν «στρατούς», τους οποίους μελλοντικά μπορεί να χρησιμοποιήσουν για αλλότριους σκοπούς. Δεν το αποκλείω. Αλλωστε, η πράξη ενίοτε έχει επιβεβαιώσει αυτή την άποψη.

Αναγκαία η συνεργασία Πολιτείας και ΕΟΕ
Οταν, προ ετών, πρόεδρος της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής (ΕΟΕ) εξελέγη ο Σπύρος Καπράλος, διακεκριμένος αθλητής του παρελθόντος (είχε μετάσχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1980 και του 1984 ως πολίστας) και μέλος της Ολυμπιακής οικογένειας της χώρας επί χρόνια, είχε θέσει, μεταξύ άλλων, ως στόχο την αναβάθμιση του αθλητισμού, όχι από πλευράς αποτελεσμάτων, αλλά με βάση την θέση που κατέχει στην κοινωνία. Η ΕΟΕ, φυσικά, δεν διαθέτει την ισχύ ν’ αλλάξει το θεσμικό πλαίσιο του αθλητισμού, όπως έχει η αντίστοιχη ιταλική επιτροπή. Μόνο να προτείνει μπορεί και ν’ αναλάβει κάποιες πρωτοβουλίες ενημέρωσης και προτροπής. Συνεπώς, τις επιθυμίες του πρέδρου και των μελών της δεν μπορεί να τις μετουσιώσει σε πράξεις.
Η πρόληψη είναι προτιμότερη της καταστολής.
Ο κ. Καπράλος, λοιπόν, τότε είχε πει, αναφερόμενος στο πρόβλημα της βίας: «Στόχος μας είναι, να ανεβάσουμε τ’ όνομα του αθλητισμού ξανά εκεί που πρέπει. Να φροντίσουμε ώστε το θέμα της αθλητικής και Ολυμπιακής παιδείας, σε συνεργασία με τα υπουργεία, να γίνει πραγματικότητα. Εχουμε να δώσουμε μάχη κατά της βίας και της χυδαιολογίας, μια μάχη που είχε ξεκινήσει ο πρώην πρόεδρος της ΕΟΕ, κ. Τζήκας. Αυτή τη μάχη μπορεί να την έχασε η γενιά μας, πρέπει όμως να την κερδίσουν η γενιά των παιδιών μας και οι επόμενες γενιές».
Μπορεί η ΕΟΕ να εξαλείψει τη βία και τη χυδαιολογία; Οχι. Μπορεί να διδάξει την Ολυμπιακή παιδεία; Οχι μόνη της. Τι μπορεί να κάνει, λοιπόν, για το συγκεκριμένο ζήτημα;
Να συνεργασθεί με τους αρμόδιους φορείς. Ο Αντώνης Τζήκας, ένας ρομαντικός και πανάξιος παράγων του αθλητισμού, που,  πλέον, δεν βρίσκεται κοντά μας, ένας πραγματικός Φίλαθλος, είχε ένα όραμα. Αρχισε να το υλοποιεί, με το Ιδρυμα Ολυμπιακής και Αθλητικής Παιδείας, αλλά, δυστυχώς, δεν βοηθήθηκε όσο έπρεπε. Ούτε από την Πολιτεία. Ούτε από τα μέσα ενημέρωσης, αφού δημοσιογράφοι (υποτίθεται λειτουργοί στην υπηρεσία της κοινωνίας) τον λοιδόρησαν, ενώ άλλοι δεν αξιολόγησαν όπως έπρεπε την προσπάθεια.
Πιστεύω πως για τη βία που σχετίζεται με τον αθλητισμό, τις μεγαλύτερες ευθύνες δεν φέρουν οι νεαροί φανατισμένοι και φανατιζόμενοι, από κάποιους, οπαδοί. Ομως, αυτούς μπορούμε μελλοντικά να τους μειώσουμε δραστικά, ώστε το φαινόμενο, αν όχι να εξαλειφθεί, να περιορισθεί σημαντικά. Πώς; Μα με την καθιέρωση, από την Α’ Δημοτικού, υποχρεωτικού  ειδικού μαθήματος για την αθλητική διαπαιδαγώγηση. Θα χρειασθεί να περάσουν χρόνια πολλά, ώστε ν’ αποκτήσει η χώρα μας γενιές Φιλάθλων και όχι φανατικών οπαδών με παρωπίδες. Αλλά κάποτε θα έλθει αυτή η ώρα. Το πιστεύω ακράδαντα. Κι ας με πείτε ρομαντικό…