Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Το ποδόσφαιρο άλλαξε πρόσωπο


Ο μεγάλος Πελέ. Ο ένας και μοναδικός.

Του Ν. Α. Κωνσταντόπουλου

Το κείμενο αυτό θα μπορούσε να δημοσιευθεί σε στήλη υπό τον τίτλο «Με το μάτι του... μη ειδικού». Διότι, πράγματι δεν είμαι ειδικός στα του ποδοσφαίρου. Δεν γνωρίζω από τακτική, συστήματα, τεχνική. Δεν είμαι -και δεν κάνω- τον προπονητή του... καφενείου. Από την άλλη πλευρά, έχω παρακολουθήσει όλα τα Παγκόσμια Κύπελλα από το 1970 κι έπειτα, όπως και άπαντα τα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα εθνικών ομάδων και όλες τις μεγάλες διοργανώσεις από την δεκαετία του '70. Και μάλιστα, στις περισσότερες, έχω δει όλους -ή σχεδόν όλους- τους αγώνες. Τηλεοπτικώς, πάντα. Μ’ εξαίρεση δύο τελικούς κυπέλλου Πρωταθλητριών (ή Τσάμπιονς Λιγκ), στους οποίους βρισκόμουν στην εξέδρα.
Τι έχει διαπιστώσει, λοιπόν, διαχρονικά, ένας απλός θεατής σχετικά με την εξέλιξη του αθλήματος; Και τι είδε, επιδερμικά πάντα, στο πρόσφατο Παγκόσμιο Κύπελλο;
Το ποδόσφαιρο έχει αλλάξει πολύ από 1970 κι έπειτα. Εως τότε ήταν άθλημα κυρίως φαντασίας και τεχνικής. Οι ποδοσφαιριστές που ξεχώριζαν, ήταν πρώτα καλλιτέχνες και μετά αθλητές. Η φυσική τους κατάσταση και η δύναμη ουδεμία σχέση είχαν με αυτές των συγχρόνων. Οι μεγάλες ομάδες της εποχής είχαν παίκτες αρτίστες. Δεν μιλάμε μόνο για τον Πελέ και την παρέα του (Γκαρίντσα, Βαβά και άλλους λίγο παλαιότερα, Τοστάο, Ζέρσον, Ζαϊρζίνιο, Ριβελίνο κ.λπ. μετά). Η Βραζιλία, άλλωστε, πάντα έβγαζε και βγάζει (παρότι στην πατρίδα τους μέσα δεν τους είδαμε) καλλιτέχνες της μπάλας. Αλλά θυμηθείτε παίκτες εκείνων των δεκαετιών (για να μη πάμε παλαιότερα, σε Πούσκας, ντι Στέφανο κ.α.), σαν τον Ματσόλα, τον Ριβέρα, φυσικά τον Κρόιφ, τον Μπέκενμπάουερ με το αρχοντικό στυλ, τον μεγάλο Μισέλ Πλατινί λίγο αργότερα, και τόσους και τόσους άλλους από πολλές χώρες. Κυρίως της Λατινικής Αμερικής, αλλά και ευρωπαϊκές.
Σταδιακά, οι ποδοσφαιριστές έγιναν πιο αθλητικοί. Αυτό άρχισε να φαίνεται και στο σώμα τους. Αν κάποτε ξεχώρισε ο Γερμανός, Χανς - Πέτερ Μπρύγκελ, που ήταν δεκαθλητής πριν να γίνει ποδοσφαιριστής, τώρα όλο και περισσότεροι παίκτες έχουν σώμα που μοιάζει με των δεκαθλητών.
Ο αξεπέραστος, Μαραντόνα.
Οχι πως δεν υπάρχουν ποδοσφαιριστές - καλλιτέχνες, όπως ο Μέσι (αν και εμφανώς αγχωμένος, με δικά του τέρματα και ενέργειες όπως αυτή στο γκολ στον αγώνα με την Ελβετία, αλλά και στην φάση του τέρματος κατά του Βελγίου) οδήγησε την Αργεντινή έως τον τελικό), ο Κριστιάνο Ρονάλντο (δεν το έδειξε, πάντως, στα γήπεδα της Βραζιλίας), ο Νεϊμάρ (δεν πρόλαβε να καταθέσει στο χορτάρι όλα τα χαρίσματά του, λόγω του σοβαρού τραυματισμού του) κ. ά. Αλλά, πλέον, υστερούν αριθμητικά αυτοί από τους άλλους. Παρά ταύτα, στα γήπεδα της Βραζιλίας θαυμάσαμε αρκετούς παίκτες, που έχουν την ικανότητα να κάνουν αυτό που «μαγεύει» και γοητεύει τον φίλαθλο. Και οι περισσότεροι είναι Λατινοαμερικάνοι. Τυχαίο; Σίγουρα, όχι. Όπως βέβαιο είναι ότι, Μαραντόνα, που σήκωσε μια ομάδα στις πλάτες του (και στο... χέρι του) και την οδήγησε στην κορυφή του κόσμου το 1986, δεν υπάρχει.
Λένε ότι οι σύγχρονοι ποδοσφαιριστές δεν διαθέτουν καλή τεχνική. Μεγάλο λάθος. Εχουν πολύ καλή. Διότι για να μπορέσουν να κάνουν οποιαδήποτε ενέργεια με την ταχύτητα που τρέχουν, βεβαίως και πρέπει να έχουν πολύ καλή τεχνική.
Και οι ομάδες; Αυτές ακολουθούν την παγκοσμιοποίηση. Εχοντας δει μία να παίζει, νομίζεις πως τις έχεις δει όλες. Ή σχεδόν όλες. Οι διαφορές της δυναμικότητας οφείλονται, κατά κύριο λόγο, στην ποιότητα των ποδοσφαιριστών τους.
Ενα, όμως, είναι βέβαιο. Το εφετινό παγκόσμιο κύπελλο ήταν συναρπαστικό, θεαματικό, κυρίως στον γύρο των ομίλων (μετά, όπως αναμενόταν, το θέαμα μετριάσθηκε), γεμάτο απρόοπτα, αλλά και με πολλά λάθη των διαιτητών, δύο εκ των οποίων (πέναλτι υπέρ Σαμαρά στον αγώνα με την Ακτή Ελεφαντόδοντος, μη καταλογισμός πέναλτι στο χέρι του Τοροσίδη, μετά το 0-1 από την Κόστα Ρίκα) ευνόησαν την εθνική μας ομάδα, αλλά ελάχιστα επισημάνθηκαν από τους συναδέλφους μου τηλεσχολιαστές. Και όποιον το είπε, «έπεσαν να τον φάνε» διάφοροι... ακραιφνείς πατριώτες...
Ο αείμνηστος σοφός του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, Σόκρατες.
Νομίζω ότι, γενικά, παρά την πτώση του θεάματος στους αγώνες νοκ - άουτ (φυσιολογικό επακόλουθο της κρισιμότητάς τους) είχαμε πολλά χρόνια να παρακολουθήσουμε τέτοιου επιπέδου διοργάνωση. Κι ας μη ξεχώρισε μία ομάδα, όπως, ας πούμε η Βραζιλία του 1970, του 1986 (με Σόκρατες, Ζίκο, Καρέκα, Φαλσάου, όπως προφέρεται στα πορτογαλικά ο Φαλκάο, κ.λπ., κι ας μην έφθασε πολύ μακριά -έμεινε στους προημιτελικούς- εξαιτίας κάποιων δοκαριών) ή του 2002, με τους Ρονάλντο (το «Φαινόμενο»), Ριβάλντο (τον απολαύσαμε και στην Ελλάδα), Ροναλντίνιο, Ρομπέρτο Κάρλος, Ντενίλσον, Καφού κ.λπ.
Τελικά δε, όσο κι αν αυτό με δυσαρεστεί, πρέπει να ομολογήσω πως το τρόπαιο κατέληξε στην ομάδα, που αυτό το σύγχρονο ποδόσφαιρο ξέρει να το παίζει -εδώ και πολλά πολλά χρόνια- καλύτερα από κάθε άλλη. Και όταν διαθέτει και μερικούς ποδοσφαιριστές, οι οποίοι, πέρα από καλοί αθλητές, έχουν και ξεχωριστή προσωπικότητα, τότε είναι λογικό να επικρατήσει. Φυσικά και μπορούσε να χάσει στον τελικό η Γερμανία, αν οι παίκτες τής Αργεντινής ήταν πιο ψύχραιμοι και εύστοχοι σε κάποιες τελικές προσπάθειες. Αλλά δεν ήταν. Και με τα «αν», δεν... βάφονται αυγά...
Και η Βραζιλία; μπορεί ν' αναρωτηθείτε. Χωρίς, επαναλαμβάνω, να είμαι ειδικός, θεωρώ ότι «έπεσε θύμα» της προσπάθειάς της να παίξει το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, αφήνοντας κατά μέρος το δικό της. Αυτό που της χάρισε τόσους τίτλους και την έβαλε στην καρδιά κάθε ποδοσφαιρόφιλου, που αγαπάει το όμορφο θέαμα. Δεν μπορεί, κάπου μέσα στην αχανή χώρα θα υπάρχουν οι νέοι Ζιοβάνι, οι «μάγοι»...