Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Το ταλέντο νίκησε την ανθρώπινη ατέλεια

Το γλυκό, αλλά άτακτο «πουλί», ο Μανουέλ (Μανέ) Γκαρίντσα ξεπέρασε τα σωματικά προβλήματά του κι έγινε θρύλος του παγκοσμίου ποδοσφαίρου




Του Ν. Α. Κωνσταντόπουλου



Ο Μανουέλ Φρανσίσκο ντος Σάντος γεννήθηκε στις 28 Οκτωβρίου του 1933 στην Πάου Γκράντε της Βραζιλίας, με μία αναπηρία και πολλά κατασκευαστικά - ανατομικά προβλήματα. Η σπονδυλική του στήλη ήταν κακοσχηματισμένη, το δεξί του πόδι έκλινε προς τα μέσα, ενώ το αριστερό ήταν έξι εκατοστά κοντύτερο και έγερνε προς τα έξω. Ο αλκοολικός πατέρας του, φυσικά κάθε άλλο παρά ευτυχισμένος ήταν γι' αυτό. Ο μικρός Μανουέλ υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, κατόρθωσε να περπατήσει, αλλά η διαφορά του μήκους των ποδιών παρέμεινε. Συν τοις άλλοις, πέρασε και πολιομυελίτιδα.
Ενας άλλος άνθρωπος θα ήταν ευτυχής αν απλώς περπατούσε το κατά δύναμιν ικανοποιητικά. Ο Μανουέλ, όμως, δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος. Είχε αρχίσει, άλλωστε, να καπνίζει από τα δέκα του. Οχι ό,τι πιο συνηθισμένο. «Φυσιολογικά», λοιπόν, έγινε κάτι ξεχωριστό. Ενας από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών, που πέρασε στην ιστορία του αθλήματος ως Γκαρίντσα -Γκαρίνσα προφέρεται στα πορτογαλικά. Οπου Γκαρίνσα = τρυποφράκτης, ένα μικρό πουλί. Ηταν πρωταγωνιστής στους θριάμβους της Βραζιλίας στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1958 και του 1962. Και το παρατσούκλι του μικρού το δέμας (είχε ύψος 1,69 μ.), αλλά απίστευτα προικισμένου ποδοσφαιριστή, ήταν «Η ντρίμπλα του Θεού», λόγω του εκπληκτικού τρόπου με τον οποίον ντρίμπλαρε τους αντιπάλους του. Με αυτόν, δεν τρυπούσε τους... φράκτες, αλλά τις αντίπαλές άμυνες.
Ποδόσφαιρο άρχισε να παίζει ερασιτεχνικά στην Πάου Γκράντε το 1948. Εμεινε εκεί έως το 1952. Οι ποδοσφαιρικοί κατάσκοποι τον είχαν εντοπίσει από καιρό, αλλά ο ίδιος δεν επιθυμούσε να παίξει επαγγελματικά, παρά το τεράστιο ταλέντο του. Τελικά, στα 20 του, το 1953, υπέκυψε στις «Σειρήνες» και βρέθηκε στη σπουδαία Μποταφόγκο. Ηταν ήδη παντρεμένος και πατέρας ενός παιδιού.
Ο Νίλτον Σάντος (δεξιά) πίστεψε αμέσως στον Μανέ.
Στην πρώτη του προπόνηση με την ιστορική ομάδα, επέδειξε τις ικανότητές του ντριμπλάροντας -περνώντας την μπάλα κάτω από τα πόδια του- τον διάσημο Νίλτον Σάντος, από τους κορυφαίους, τότε, αμυντικούς του κόσμου. Ο Σάντος αμέσως πρότεινε, ο Γκαρίντσα να κληθεί στην εθνική ομάδα. Στον πρώτο αγώνα του με τη βασική ομάδα της Μποταφόγκο, στις 19 Ιουλίου 1953, σημείωσε τρία τέρματα επί της Μπονσουσέσο.
Παρότι συνέχισε να παίζει εξαιρετικά, δεν επελέγη για την εθνική Βραζιλίας, που πήρε μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1954.
Το 1957 βοήθησε αποφασιστικά την Μποταφόγκο να κατακτήσει το πρωτάθλημα, σημειώνοντας 20 τέρματα σε 26 αγώνες. Οι εκλέκτορες της εθνικής ομάδας αυτή τη φορά δεν μπορούσαν να τον αγνοήσουν για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958.
Νωρίτερα είχε αγωνισθεί στην εθνική (το ντεμπούτο του το έκανε το 1955 σε αγώνα εναντίον της Χιλής στο Ρίο ντε Ζανέιρο), ενώ το 1957 είχε μετάσχει σε δύο αγώνες στο Κόπα Αμέρικα, στο οποίο η Βραζιλία αναδείχθηκε 2η, πίσω από την Αργεντινή.
Σύμφωνα με τη FIFA, έπαιξε 50 φορές στην Εθνική Βραζιλίας και σημείωσε 12 γκολ -σύμφωνα με άλλες πηγές αγωνίσθηκε 60 φορές και πέτυχε 17 τέρματα. Πιο αξιοσημείωτο, όμως, είναι το γεγονός ότι σε αυτά τα παιχνίδια (50 ή 60) η Βραζιλία ηττήθη μόνο μία φορά, ενώ πέτυχε 43 (ή 52) νίκες. Εχασε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966 από την Ουγγαρία με 1-3. Εκείνη την ημέρα δεν είχε παίξει ο Πελέ. Ετσι, η Βραζιλία ουδέποτε ηττήθη όταν στη σύνθεσή της είχε μαζί τον Γκαρίντσα και τον Πελέ. Η αναμέτρηση με την Ουγγαρία ήταν η τελευταία διεθνής για τον Γκαρίντσα. 

Σε ρόλο ηγέτη στην εθνική Βραζιλίας
Η συμμετοχή τού Γκαρίντσα στους θριάμβους της Βραζιλίας το 1958 και το 1962 ήταν τεράστια, αν και το 1958 η συνεισφορά του δεν προβλήθηκε ιδιαίτερα. Βλέπετε, στη Σουηδία είχε λάμψει το άστρο τού ούτε 18 ετών (έκανε ντεμπούτο στο Παγκόσμιο Κύπελλο σε ηλικία 17 ετών και 235 ημερών) Πελέ, με τα γκολ που σημείωνε. Αλλά ο Γκαρίντσα ήταν αυτός που «έφτιαχνε» πολλά στον Πελέ και στους άλλους συμπαίκτες του. Μάλιστα, στους πρώτους δύο αγώνες, ο Φεόλα δεν τον έβαλε και το έκανε στη συνέχεια, αφού σχεδόν τον ικέτευσαν οι άλλοι παίκτες. Και δικαιώθηκαν.
Με τον Πελέ (δεξιά).
Τέσσερα χρόνια αργότερα, η Βραζιλία πήγε στη Χιλή για να υπερασπίσει τον τίτλο της. Ο Πελέ πρόλαβε ν' αγωνισθεί μόνο σε δύο αγώνες. Στον δεύτερο, εναντίον της Τσεχοσλοβακίας, τραυματίσθηκε και δεν ξανάπαιξε στη διοργάνωση. Είχε έλθει η ώρα του Μανέ -αυτό ήταν το άλλο παρατσούκλι του Γκαρίντσα, σύντμηση του Μανουέλ. Αρχικά με τις πάσες του και στη συνέχεια και με τα γκολ του -σημείωσε από δύο στον προημιτελικό με την Αγγλία (3-1) και στον ημιτελικό με τη Χιλή (4-2)- οδήγησε τη Βραζιλία στον τελικό με αντίπαλο τη Τσεχοσλοβακία. Λίγες ώρες πριν από αυτόν είχε πυρετό, που ναι μεν δεν τον εμπόδισε ν' αγωνισθεί, αλλά επηρέασε την απόδοσή του. Παρά ταύτα, η Βραζιλία νίκησε 3-1 και άλλος ένας τίτλος προστέθηκε στην τροπαιοθήκη του Γκαρίντσα.
Η παρουσία του στα διεθνή γήπεδα ολοκληρώθηκε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966, στην Αγγλία. Η Βραζιλία έχασε στον πρώτο αγώνα της, με σοβαρό τραυματισμό, τον Πελέ, που μαζί με τον Γκαρίντσα σημείωσε τα γκολ στη νίκη με 2-0 επί της Βουλγαρίας. Ακολούθησαν οι ήττες από την Ουγγαρία (1-3) και την Πορτογαλία, επίσης με 1-3 (δεν έπαιξε ο Μανέ), και ο αποκλεισμός.
Ο Γκαρίντσα είναι αυτός που τελειοποίησε το περίφημο σουτ-μπανάνα, το οποίο έκαναν διάσημο οι Βραζιλιάνοι. 

Εξαρτημένος από το αλκοόλ και τις κακές συνήθειες
Ενας από τους συμπαίκτες του Γκαρίντσα είπε κάποτε ότι, φυσιολογικά, ουδέποτε έπρεπε να γίνει ποδοσφαιριστής. Πέρα από τα σωματικά προβλήματά του, ήταν εξαρτημένος από το αλκοόλ, ενώ μερικές φορές στους αγώνες έδειχνε σαν να μη τον ενδιέφερε ό,τι γινόταν στο γήπεδο.
Παρά τις κακές του συνήθειες, έγινε μεγάλος ποδοσφαιριστής.
Ο πατέρας του ήταν αλκοολικός. Ο Μανέ «κληρονόμησε» την κακή συνήθεια, που τον οδήγησε στον θάνατο, αφού έπαθε κίρρωση του ήπατος.
Είχε τη φήμη του «κακού παιδιού». Είχε εμπλακεί σε πολλά τροχαία δυστυχήματα. Σ' ένα από αυτά, το 1969, σκοτώθηκε η πεθερά του. Παντρεύτηκε δύο φορές. Το 1952 τη Ναΐρ Μάρκες, με την οποία απέκτησε οκτώ παιδιά (χώρισαν το 1965), και το 1966, σε ανεπίσημη τελετή, την τραγουδίστρια της σάμπα, Ελζα Σοάρες, που ήταν παντρεμένη. Γι' αυτό, ο γάμος επικρίθηκε από τον Τύπο της χώρας. Το ζευγάρι χώρισε το 1977, όταν ο Γκαρίντσα, σ' έναν καυγά, χτύπησε τη Σοάρες. Ο Μανέ από τους δεσμούς του απέκτησε τουλάχιστον 14 παιδιά. Φημολογείται, όμως, ότι ήταν πατέρας… 36.
Αφού πέρασε πολλά οικονομικά προβλήματα (είχε και «τραβήγματα» με τις φορολογικές αρχές της Βραζιλίας), πέθανε στις 20 Ιανουαρίου 1983, ευρισκόμενος σε αλκοολικό κώμα. Τον προηγούμενο χρόνο είχε νοσηλευθεί οκτώ φορές. Ηταν σωματικό και πνευματικό ερείπιο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν δυστυχισμένος. Θεωρούσε ότι ήταν ένας ξεχασμένος ήρωας. Στην κηδεία του χιλιάδες κόσμου και πολλοί φίλοι και παίκτες απέτισαν φόρο τιμής.
Στον τάφο του αναγράφεται: «Εδώ αναπαύεται σε ειρήνη αυτός που ήταν η Χαρά του Λαού - Μανέ Γκαρίντσα». Και κάποιοι είχαν γράψει στον τοίχο: «Σ' ευχαριστούμε, Γκαρίντσα, που έζησες».
Τ' όνομά του έχει δοθεί σ' ένα στάδιο της χώρας. Ενα άγαλμά του, ύψους 2,5 μ., κοσμεί το στάδιο Ενζενιάου του Ρίο. Προτομές του έχουν στηθεί σε διάφορα γήπεδα και μέρη. 

*Δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» στις 28 Ιανουαρίου 2012