Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Μέχρι τους «Τάιμς» της Νέας Υόρκης έφθασε η... χάρη του

Eμμεσος διασυρμός της Ελλάδος από την μεγάλη εφημερίδα, λόγω της υπόθεσης της ηλικίας του πρώην προέδρου των Ελλήνων βετεράνων του στίβου


Πόσοι Ελληνες έχουν (ή είχαν έως τώρα) την τιμή να γίνουν θέμα (ή, έστω, να γράψουν γι’ αυτούς) οι «Νιου Γιόρκ Τάιμς» (The New York Times), μία από τις διασημότερες και σπουδαιότερες εφημερίδες του κόσμου; Ασφαλώς, λίγοι. Ε, ένας από εκείνους, που έτυχε αυτής της τιμής, είναι ο έκπτωτος πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ελλήνων Βετεράνων Αθλητών Στίβου (ΟΕΒΑΣ), Συμεών Συμεωνίδης.
Ο τιμωρημένος (καθιστός) εφέτος στον Μαραθώνιο, στο «Στάδιο»...
Οι Τάιμς κάνουν αυτή την… τεράστια τιμή στον τιμωρημένο από την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Βετεράνων (Μάστερς) Στίβου (ΕΜΑ) με αποκλεισμό δύο ετών (έως τις 15 Ιουλίου 2018) και με οκταετή (έως τον Σεπτέμβριο του 2024) στέρηση της φίλαθλης ιδιότητάς του από την Επιτροπή Φιλάθλου Πνεύματος (Ε.ΦΙ.Π.) της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής (ΕΟΕ), Σ. Συμεωνίδη, με την ευκαιρία ενός άρθρου, που δημοσίευσαν για τις λαθροχειρίες στις ηλικίες βετεράνων αθλητών. Ετσι, η Ελλάς έτυχε της υψίστης… τιμής να εκτεθεί διεθνώς εξαιτίας της μωροφιλοδοξίας και της ματαιοδοξίας ενός ανθρώπου (και δη του πρόεδρου των Ελλήνων βετεράνων) και της ανοησίας (αν όχι και της υστεροβουλίας) όσων τον στήριξαν τόσα χρόνια. Ταυτόχρονα, όμως, ο ίδιος πέτυχε ό,τι επεδίωκε χρόνια τώρα: Να γίνει διάσημος σε όλον τον κόσμο. Γιατί, όταν γράφουν για εσένα οι «The New York Times», γίνεσαι διάσημος. Αλλωστε, όπως είχε πει κάποτε η σπουδαία τραγουδίστρια, Νάνα Μούσχουρη σε μια διαμάχη της με κάποιον γνωστό Ελληνα σκηνοθέτη, ο οποίος της έλεγε πως έχει γίνει πρωτοσέλιδο θέμα σ’ εφημερίδες, «θέμα στην 1η σελίδα έχουν γίνει και δολοφόνοι». Ετσι ακριβώς συμβαίνει και με τους «The New York Times». Αρκεί να γράψουν για εσένα και γίνεσαι διάσημος. Ασχέτως αν είναι θετικό ή αρνητικό…
Σημειωτέον ότι η στέρηση της φίλαθλης ιδοότητας συνεπάγεται απαγόρευση εισόδου σε αθλητικούς χώρους και γραφεία. Αρκετοί από τους φωτογραφιθέντας μαζί του το γνωρίζουν. Οπως γνωρίζουν και την ποινή. Αλλά...
Μεταφράζω από το θέμα της έγκριτης εφημερίδας με τίτλο, «Εξακολουθεί να τρέχει στα 119; Οχι τόσο γρήγορα»:
«Εκείνο τον καιρό οι παράγοντες πάλευαν με την υπόθεση ενός 80άχρονου Ελληνα, ονόματι Συμεών Συμεωνίδης. Λέγεται ότι ο πατέρας του άλλαξε το πιστοποιητικό γέννησής του, κάνοντάς τον να εμφανίζεται νεότερος, ώστε να δικαιούται να παίρνει μερίδες τροφίμων μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
‘‘Αλλά η ιστορία δεν μπορεί να επαληθευθεί’’, λέει ο Γερμανός, Κουρτ Κάσκε, που είναι πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Βετεράνων (Μάστερς) Στίβου. Ο Κάσκε δήλωσε, ότι αργότερα ο Συμεωνίδης τιμωρήθηκε για παραποίηση της ηλικίας».
Η εφημερίδα αναφέρθηκε στην υπόθεση Συμεωνίδη με αφορμή το γενικότερο θέμα της παραποίησης ηλικιών από βετεράνους αθλητές. Εναυσμα για ν’ ασχοληθεί με το ζήτημα ήταν η δήλωση στο παγκόσμιο πρωτάθλημα, που διεξήχθη στην πόλη Περθ (Αυστραλία), ενός Ινδού αγρότη, του Νταράμ Παλ Σινγκ (ή Σιχ), ο οποίος ανέφερε σαν ημερομηνία γέννησης την 6η Οκτωβρίου 1897. Είναι δηλαδή, κατά δήλωσή του… 119 ετών.
Ο Νταράμ Παλ Σινγκ (ή Σιχ).
Φυσικά, πάρα πολλοί αμφισβήτησαν την ακρίβεια ή και την ειλικρίνεια αυτής της δήλωσης συμμετοχής. Ο δρ. Τόμας Τ. Περλς, ένας κορυφαίος ερευνητής των αιωνόβιων, διευθυντής στο Ιατρικό Κέντρο της Βοστώνης, λέει ότι ο μεγαλύτερος άνδρας που έχει καταγραφεί ήταν 115 ετών. Και ο πιο ηλικιωμένος άνθρωπος ήταν η Γαλλίδα, Ζαν Καλμάν, η οποία απεβίωσε το 1997 σε ηλικίας 122 χρόνων.
«Σύμφωνα με την εμπειρία μου», είπε ο Περλς στους ΝΥΤ, «99% όσων ισχυρίζονται πως είναι 115 ετών ή μεγαλύτεροι, κάνουν λάθος η ψεύδονται».
Οι πιθανότητες ο Σινγκ να είναι 119 χρόνων και ταυτόχρονα αγωνιζόμενος αθλητής είναι ίσες με το κατασκευάσουμε ένα πύραυλο και να τον στείλουμε στον… Πλούτωνα», πρόσθεσε ο δρ. Περλς.
Ο Νταράμ Παλ Σινγκ, στο πέρασμα των ετών, δεν ήταν σταθερός στην δήλωση της ηλικίας του σε διάφορους αγώνες, λένε οι παράγοντες των Μάστερς. Μάλιστα, ένας είπε ότι είχε δηλωθεί σαν 117 ετών, όχι 119.
Επί τέσσερα χρόνια οι αξιωματούχοι υπομονετικά ζητούσαν από τον Σινγκ να παρουσιάσει αξιόπιστη απόδειξη της ημερομηνία γέννησής του: Σχολικά, στρατιωτικά  ή ιατρικά αρχεία, πιστοποιητικό βάπτισης, σχολικά αρχεία των παιδιών του.
«Δεν έχουμε το παραμικρό που ν’ αποδεικνύει πράγματι πόσο ετών είναι. Μπορεί να είναι 80, μπορεί να είναι 100. Δεν γνωρίζουμε», τονίζει ένας από αυτούς.
«Υποψιαζόμαστε ότι ψεύδεται», υπογράμμισε ο Βινόντ Κουμάρ, γραμματέας της Ομοσπονδίας Βετεράνων της Ινδίας.
Ο Σινγκ αποδίδει την αμφισβήτηση σε ζήλεια, «επειδή είμαι τόσο ετών, υγιής και τρέχω», όπως είπε.
Παραδέχεται ότι είναι αγράμματος και δεν έχει πιστοποιητικά. Είπε ότι η  μητέρα του τού έδωσε ένα… ωροσκόπιο, το οποίο αποτέλεσε τη βάση της ηλικίας του, αλλά δεν το φέρει μαζί του.
Εμφάνισε, όμως, ένα άλλο «ντοκουμέντο». Ενα πιστοποιητικό, που εκδόθηκε στις 21 Μαΐου 2014 και υπογράφεται από τον επικεφαλής κρατικό γιατρό της περιφέρειας Μεερούτ, στην ινδική πολιτεία, Ουτάρ Πραντές. «Ο Σινγκ δεν παρουσίασε κάποια στοιχεία για να τεκμηριώσει την ηλικία του», αναφέρεται στο πιστοποιητικό. Αλλά τούτο βασίζεται στην γενική του εμφάνιση και σε μια εξέταση με ακτίνες Χ και προκύπτει ότι ο Σινγκ μοιάζει να είναι άνω των 100 ετών.
Ετσι, δεν είναι ξεκάθαρο πόσο αξιόπιστο είναι το πιστοποιητικό.
Ο Σινγκ, που είχε δηλωθεί στα 100, 200 και 400μ., τελικά, δεν πήγε στο Περθ.
Κατόπιν αυτού, γηραιότερος αθλητής στην διοργάνωση του Περθ το 2016, ήταν ο 97χρονος θρυλικός Αυστραλός, Τζον Γκίλμουρ, ο οποίος έτρεξε 800 και 1.500μ. Πρώτευσε, καθότι ουδείς άλλος αγωνίσθηκε. Πόσο εύκολο είναι, άλλωστε, να φθάσεις σε αυτή την ηλικία και να είσαι τόσο υγιής, ώστε να μπορείς να ταξιδέψεις έως την Αυστραλία και να τρέχεις 800 και 1.500μ.;
Ο αειθαλής ήρωας, Τζον Γκίλμουρ.
Γεννημένος στην Σκωτία, βρέθηκε παιδί στην Αυστραλία. Νεαρός έγινε γνωστός ως ένας πολλά υποσχόμενος δρομέας της νέας του πατρίδας. Αλλά ξέσπασε ο Β’ παγκόσμιος Πόλεμος και  Γκίλμουρ έσπευσε να καταταγεί στον στρατό. Σε μια μεγάλη μάχη συνελήφθη από τους Ιάπωνες. Από τους 976 άνδρες του τάγματός του, οι 400 σκοτώθηκαν στην μάχη ή πέθαναν αιχμάλωτοι. Ο Γκίλμουρ πέρασε αρχικά 15 μήνες ως αιχμάλωτος στην πόλη Τσανγκί της Σιγκαπούρης και μετά εστάλη στην Ιαπωνία να εργασθεί ως σκλάβος των Ιαπώνων κάτω από την θάλασσα σ’ ένα παλιό υποβρύχιο. Λόγω της κακής διατροφής, σχεδόν τυφλώθηκε. Πολλοί από τους συντρόφους του πέθαναν από την πείνα ή από αρρώστιες ή από βασανιστήρια. Και σε αυτά όλα προσθέστε στην ψυχική του ένταση και τον πόνο του, το γεγονός ότι και ο αδελφός του ήταν αιχμάλωτος.
Παρά ταύτα, το ψυχικό του μεγαλείο ήταν τέτοιο, που επαινούσε όσους Ιάπωνες προσπαθούσαν να φερθούν ανθρώπινα στους αιχμαλώτους. Επίσης, ανέφερε με θετικά σχόλια γερμανικά πληρώματα πολεμικών πλοίων, που ναυλοχούσαν στην Ιαπωνία και επενέβαιναν για να προστατεύσουν τους αιχμαλώτους των Ιαπώνων.
Κάποια φορά, έπειτα από βασανιστήρια βρέθηκε στο «νοσοκομείο» -ένα δωμάτιο όλο κι όλο. Εξι άρρωστοι κείτονταν σε στρώματα πάνω στο πάτωμα.
«Πονούσα πολύ, αλλά ήμουν ζωντανός και αποφασισμένος να επιστρέψω στην Αυστραλία. Ονειρεύτηκα ότι έτρεχα ξυπόλητος σε πευκοδάσος στην Μέλβιλ. Αλλά όταν άνοιξα τα μάτια μου είδα από πάνω μου έναν άνδρα με ένα γυάλινο μάτι να με κοιτάζει με συμπάθεια και ενδιαφέρον. Ηταν ο ‘‘Νέλσον’’, ο Γιαπωνέζος φρουρός, μ’ ένα τεχνητό βραχίονα. Είχε έλθει να με επισκεφθεί. Με το καλό του χέρι μού έδωσε ένα πακέτο τσιγάρα. Το πήρα και τον ευχαρίστησα. Ούτε που σκεπτόμουν να καπνίσω έστω ένα. Αλλά αυτό το πακέτο άξιζε όσο μισό μικρό μπολ ζάχαρης, ίσως όσο μισό μικρό βάζο φυστικοβούτυρο. Και ήταν αυτό το εμπόριο, που μου επέτρεψε να επιζήσω», διηγείται.
Οι αιχμάλωτοι, που εργάζονταν στις αποβάθρες ήταν εις θέση να σαμποτάρουν φορτία προς εκφόρτωση. Η πιο σημαντική στιγμή για τον Γκίλμουρ ήταν η καταστροφή ενός μεγάλου ατσάλινου καμινιού του Τόκιο. Παραδόξως, η μόνη τιμωρία για αυτό ήταν ένα χαστούκι. Επρεπε, επίσης, να υπογράψουν ένα έγγραφο, που έλεγε ότι ουδέποτε θα σαμποτάρουν οτιδήποτε στην Ιαπωνία στο μέλλον. Ο Γκίλμουρ θεωρήθηκε «yoroshi» (κάτι σαν καλός) εργαζόμενος και, προφανώς, οι Ιάπωνες πίστεψαν ότι ήταν ατύχημα.
Ο Γκίλμουρ, ο οποίος είχε αρχίσει τον Πόλεμο ως ένα από τους πιο ελπιδοφόρους νέους αθλητές της Αυστραλίας, στην αποκατάσταση (έστω και προσωρινά, διότι ακολούθησαν και εξακολουθούν υφιστάμενοι πολλοί άλλοι πόλεμοι) της ειρήνης βρέθηκε να  ζυγίζει 41 κιλά.
Ο Στανισουάφ Κοβάλσκι.
Ηταν, λέει, ευτυχής, επειδή τα μάτια του ήταν σε τόσο κακή κατάσταση, ώστε δεν μπορούσε να δει το βλέμμα της μητέρας του, όταν τον αντίκρισε.
Κι όμως, άρχισε να τρέχει και ν’ αγωνίζεται ξανά, παρά την αντίθετη συμβουλή του γιατρού του: «Το σώμα σας έχει ήδη υποστεί πάρα πολύ τιμωρία», του είχε πει για να τον αποτρέψει.
Ο Χιντεκίτσι Μιγιαζάκι πανηγυρίζων.
Αλλά ο ίδιος γνώριζε τι θα μπορούσε ν’ αντέξει το σώμα του. Ο πόνος του αθλητισμού δεν ήταν τίποτα συγκρινόμενος με τον πόνο της σύλληψης και της αιχμαλωσίας.

Αν για τον Γκίλμουρ δεν υπάρχουν αμφιβολίες για την ηλικία του, δεν συμβαίνει το ίδιο με άλλους βετεράνους αθλητές.
Ενα σπάνιο και απίστευτο περιστατικό συνέβη το 2011 στο Σακραμέντο (ΗΠΑ), στο πρωτάθλημα κόσμου. Ενας 46χρονος Αιγύπτιος κατετάγη 14ος στο μήκος στην κατηγορία 45-49 ετών. Μετά δανείστηκε και φόρεσε μια… σαλιάρα (πετσέτα που δένεται γύρω στον λαιμό, κυρίως στα μωρά) και εμφανίσθηκε στην κατηγορία των 50-54, αναζητώντας καλύτερο αποτέλεσμα απέναντι σε πιο ηλικιωμένους αθλητές. Φυσικά, ακυρώθηκε.
Ο Ντάγκλας Καλέμπο, που το 1988 εκπροσώπησε την Ζάμπια στους Ολυμπιακούς αγώνες της Σεούλ (Ν. Κορέα), το 2010 έγινε ο πρώτος 50άρης, που έτρεξε τα 400μ. σε χρόνο κάτω από 50’’.  Αλλά το ρεκόρ του δεν αναγνωρίσθηκε, διότι αντικρουόμενα έγγραφα τον παρουσίαζαν εκείνη την εποχή 39 ή 40 ετών. Πάντως, και στην ιστοσελίδα της ΔΟΕ και στην έγκυρη ιστοσελίδα «Sports Reference» αναφέρεται ως γεννημένος το 1960. Ισως, λοιπόν, οι παράγοντες των Μάστερς τον αδίκησαν. Αλλωστε, αν το 2010 ήταν 39 ή 40 χρόνων, το 1988 θα ήταν 17 ή 18. Κάπως δύσκολο, αν και όχι αδύνατον, κάποιος τόσο νέος να μετάσχει στον στίβο των Ολυμπιακών αγώνων.
Πάντως, γεγονός είναι ότι σε χώρες του λεγόμενου «τρίτου κόσμου», κυρίως δε, της Αφρικής και την Ινδία- είναι δύσκολο να επιβεβαιωθούν οι ηλικίες.
Διαμάχη ξέσπασε τον Σεπτέμβριο του 2015, με θέμα ποιος είναι ο ταχύτερος γηραιότερος άνδρας στον κόσμο. Υποψήφιοι για τον τίτλο ήταν δύο αθλητές, που υποστήριζαν πως ήταν 105 ετών. Το βιβλίο των ρεκόρ «Γκίνες» ετάχθη υπέρ του Ιάπωνος, Χιντεκίτσι Μιγιαζάκι. Η Παγκόσμια Ομοσπονδία Μάστερς με τον Πολωνό, Στανισουάφ Κοβάλσκι.